Από σήμερα, στους Παραμυθούληδες, επειδή δεν ξεχνάμε ποτέ την χριστιανική πίστη μας, και μέχρι τις 26 Μαΐου, εν όψει
της συνάντησης του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα Φραγκίσκου
στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα, στις 25 Μαΐου, θα κάνουμε μια ιστορική
αναδρομή σχετικά με το σχίσμα των δύο Εκκλησιών, προκειμένου να αντιληφθούμε τη
σημασία της συνάντησης αυτής.
1ο κεφάλαιο
Εισαγωγικά περί του μεγάλου σχίσματος
Ανατολικής – Δυτικής Εκκλησίας το 1054 μ.Χ.
Εν
όψει της συνάντησης του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα
Φραγκίσκου στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα, οι δύο ιεράρχες θα ανταλλάξουν τον
ασπασμό αγάπης, θα υπογράψουν κοινή διακήρυξη, και θα υπάρξει οικουμενική
προσευχή με τους επικεφαλής διαφόρων Εκκλησιών, ως συνέχεια της κοινής
επίσκεψης που είχε πραγματοποιήσει ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος
ΣΤ΄ το 1964, εμείς θεωρούμε σκόπιμο να κάνουμε μια εκκλησιαστική ιστορική
αναδρομή στα αίτια που οδήγησαν στο σχίσμα της Ανατολικής με τη Δυτική
Εκκλησία, έτσι ώστε η νέα αυτή συνάντηση να μας βρει πλήρως ενημερωμένους.
Το
σχίσμα του 1.054 των εκκλησιών της Ανατολής και της Δύσης θεωρείται ως το
συγκλονιστικότερο εκκλησιαστικό γεγονός δια μέσου των αιώνων, ως το δραματικό
τέλος μιας μακράς διαδικασίας διαφοροποιήσεων ανάμεσα στις δύο εκκλησίες, αρχής
γενομένης ήδη από το τέλος του 5ου αιώνα και με κορύφωση την κανονικότητα
ή μη της εκλογής του Πατριάρχη Φωτίου (863-867). Η αμφισβήτηση της
κανονικότητας της εκλογής του Πατριάρχη Φωτίου δεν δύναται να θεωρηθεί σχίσμα,
δεδομένου ότι δεν υπήρχαν όλα τα κανονικά εκείνα στοιχεία του πραγματικού
σχίσματος. Η αμφισβήτηση από τον πάπα Ρώμης Νικόλαο της κανονικότητας της
εκλογής του ιερού Φωτίου ή της εκθρονίσεως του Ιγνατίου, παρά το γεγονός ότι
προκάλεσε μονομερή διακοπή της κοινωνίας των δύο θρόνων για τρία περίπου
χρόνια, δεν έπληξε την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος. Η σκόπιμη
καλλιέργεια εντάσεως μεταξύ των δύο θρόνων για μια αδιάφορη πτυχή της κανονικής
παραδόσεως (τη λεγόμενη αθρόαν χειροτονία) δεν επαρκούσε για τη θεμελίωση
σχίσματος και εγκαταλείφθηκε από τον ίδιο τον παπικό θρόνο στη συνολική θεώρηση
του θέματος. Αξιολογώντας κανονικά και εκκλησιολογικά την κατάσταση των δύο
θρόνων εκείνη την περίοδο, θα μπορούσε αυτή να χαρακτηριστεί ως μια κατάσταση
ακοινωνησίας, η οποία όμως εκτονώθηκε προτού λάβει τις εφιαλτικές διαστάσεις
του εκκλησιαστικού σχίσματος.
Η απόφαση
της συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως το 867 για την ανταπόδοση της καθαιρέσεως
στον πάπα Νικόλαο θα μπορούσε να εντείνει την κατάσταση και να οδηγήσει σε
κανονικό σχίσμα των δύο εκκλησιών, δεδομένου ότι σε εκείνη την σύνοδο ο
πατριάρχης Φώτιος έθεσε σοβαρά θεολογικά (filioque) και εκκλησιαστικά θέματα (παπικό πρωτείο,
επιβολή συνοδικώς κατακριθέντων λατινικών εθίμων στη Βουλγαρία), η απόφαση όμως
της συνόδου αυτής παρέμεινε ανενεργός μετά την εκθρόνιση του Φωτίου,
διευκολύνοντας με αυτόν τον τρόπο την εκτόνωση της κρίσης και την αποκατάσταση
των κανονικών σχέσεων της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης. Η εγκύκλια επιστολή
του Φωτίου έγειρε σοβαρά θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα, οι οποίες
κυρώθηκαν συνοδικώς, τροφοδότησε τη θεολογική γραμματεία της Ανατολής, ενώ η
προγενέστερη επιστολή του Νικολάου προς τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Βόρη είχε
ανάλογες προεκτάσεις στη θεολογική γραμματεία της Δύσης με έντονο πολεμικό
πνεύμα εναντίον της ανατολικής παράδοσης. Η ειδική σχέση των δύο «πολεμικών
κειμένων» με θέματα δικαιοδοσίας των δύο θρόνων στο χώρο της ιεραποστολής
εξηγούν πολλά από τα στοιχεία της επιλεγμένης οξύτητας, ιδιαίτερα σε ότι αφορά
τα εκκλησιαστικά έθιμα. Η επίσημη, όμως, αποδοκιμασία αυτών στα πλαίσια του
ιεραποστολικού ανταγωνισμού θεμελιώθηκε σε μια νέα διαλεκτική θεολογικής
δικαιώσεως, η οποία πολλαπλασίασε τις αντιπαραθέσεις των δύο θεολογικών
παραδόσεων επιταχύνοντας τελικά την πορεία προς το σχίσμα των Εκκλησιών
Ανατολής και Δύσης το 1.054.
Ποια
όμως ήταν τα πραγματικά αίτια που οδήγησαν στο μέγα αυτό σχίσμα; Τα κύρια αίτια
του σχίσματος του 1054 διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: α) θεολογικά (filioque), β) πολιτικά, όπως ήταν η ίδρυση του
παπικού κράτους και της φραγκικής αυτοκρατορίας από τον Καρλομάγνο, και γ)
εκκλησιαστικά, όπως ήταν το παπικό πρωτείο, τα εκκλησιαστικά έθιμα. Ο
διαχωρισμός αυτός είναι καθαρά θεωρητικός, καθώς το αίτιο δεν μπορεί να είναι
μόνο ένα. Για παράδειγμα στην ίδρυση του παπικού κράτους και της αυτοκρατορίας
της Δύσης ενυπάρχει άμεσα ή έμμεσα η θεωρία του παπικού πρωτείου. Από τον 4ο
αιώνα είχε αρχίσει ένας αγώνας μεταξύ της βασιλείας και της ιερωσύνης τόσο στην
Ανατολή, όσο και στη Δύση, αλλά στην Ανατολή ήταν πιο υποτονικός, λόγω της
διαμόρφωσης των αρμονικών σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Στη Δύση,
όμως, έλαβε μεγάλες διαστάσεις, εξαιτίας των ιδιόμορφων πολιτικών συνθηκών και
της ασαφούς εξουσίας του παπικού θρόνου. Το παπικό πρωτείο διαπνεόταν πάντα από
αέρα εξουσίας με διαφορετικό πρόσωπο κάθε φορά. Το παπικό πρωτείο προβαλλόταν
στις σχέσεις του παπικού θρόνου προς τις Εκκλησίες της Ανατολής, ενώ
εμφανιζόταν με το προσωπείο της θεωρίας περί της υπαλλήλου σχέσεως των δύο
εξουσιών όταν στρεφόταν προς τους ηγεμόνες της Δύσης. Το αποτέλεσμα ήταν η
παπική θεωρία περί δύο εξουσιών να οδηγήσει στην ίδρυση ενός μικρού παπικού
κράτους στην Ιταλία, το οποίο υπέθαλπε τη διεκδίκηση της παπικής έναντι της
βασιλικής εξουσίας. Το γεγονός ότι ήδη από τον 8ο αιώνα ήταν γνωστές
οι θεολογικές διαφορές (filioque)
αυτές χρησιμοποιήθηκαν περιστασιακά και κυρίως μετά την αντιπαράθεση στο χώρο
της ιεραποστολής και την οξεία ρήξη των θρόνων της Πρεσβυτέρας και της Νέας
Ρώμης, κάνει φανερό το ότι το κυριότερο αίτιο του σχίσματος των Εκκλησιών
Ανατολής και Δύσης πρέπει να αναζητηθεί τόσο στο παπικό πρωτείο, το οποίο
ενισχύθηκε με τις ψευδοισιδώρειες διατάξεις, όσο και στην παπική αξίωση
επιβολής του σε όλη την Εκκλησία. Οι υπόλοιπες διαφορές, όπως ήταν το filioque, η ίδρυση του παπικού κράτους, η εισαγωγή
ρωμαϊκών εκκλησιαστικών εθίμων, η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου, η τέλεση του
χρίσματος από τους επισκόπους μόνο, ο περιορισμός της μεγάλης τεσσαρακοστής σε
μια μόνο εβδομάδα, τα άζυμα, απλώς διεύρυναν το ήδη υπάρχον χάσμα μεταξύ
Ανατολής και Δύσης. Ένα χάσμα το οποίο όμως ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς σειράς
εκκλησιαστικών μεταβολών, οι οποίες τόνισαν τη διαφορά του ρωμαϊκού και του
ελληνικού πνεύματος καταλήγοντας σε μια αντίθεση μεταξύ του συγκεντρωτικού
ρωμαϊκού πνεύματος του παπικού θρόνου και της συνοδικής συνείδησης της
ορθοδόξου Ανατολής.
Το
παπικό πρωτείο βασίστηκε στα πρεσβεία τιμής του θρόνου της Ρώμης, τα οποία
αναγνωρίσθηκαν εθιμικώς τους τρεις πρώτες αιώνες, αλλά κανονικώς με τους
κανόνες της Α΄, Β΄, και Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Τα πρεσβεία τιμής δεν είχαν
διοικητικό χαρακτήρα μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα, αλλά και οι
λοιποί πατριαρχικοί θρόνοι της Κωνσταντινούπολης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και
Ιεροσολύμων σε αυτά θεμελίωσαν όλες τις διοικητικές διεκδικήσεις τους κατά το
πρώτο μισό του 5ου αιώνα, εποχή κατά την οποία εμφανίστηκε και η
θεωρία του παπικού πρωτείου. Όμως, το παπικό πρωτείο δεν αποτελούσε μόνο μια
διοικητική διεκδίκηση επάνω σε όλη την Εκκλησία, αλλά εξελισσόταν σε μια
εκκλησιολογική θεμελίωση της κυριαρχικής θέσης του πάπα σε ολόκληρη την
Εκκλησία, ιδιαιτέρως δε με τη θεωρία για τη μυστική ταύτιση της εξουσίας του Αποστόλου
Πέτρου προς την εξουσία των εκάστοτε παπών Ρώμης, δηλ. ότι διαμέσου κάθε πάπα
ενεργεί στην Εκκλησία ο ίδιος ο Απόστολος Πέτρος. Την ιδέα αυτή είχε διακηρύξει
για πρώτη φορά ο παπικός αντιπρόσωπος Φίλιππος στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο το
431 και είχαν τονίσει ιδιαίτερα οι πάπες Λέων ο Α΄ (440 - 461) και Γελάσιος ο
Α΄ (492-496), κυρίως στον αγώνα τους ενάντια του θρόνου της Κωνσταντινούπολης.
Η Ανατολή αντέδρασε όταν κατανόησε τη σοβαρότητα της εκκλησιολογικής αυτής
παρέκκλισης, όμως η θεωρία περί του θείου δικαίου παπικού πρωτείου ήταν πλέον
πλήρως διαμορφωμένη. Δυστυχώς, στην ευρύτερη αποδοχή της παρέκκλισης αυτής
συνετέλεσαν κι άλλα γεγονότα, ήτοι η υποταγή των πατριαρχείων της Ανατολής
(Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων) στους Άραβες από τα μέσα του 7ου
αιώνα, από τη σταδιακή κατάρρευση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Ιταλία στις
αρχές του 8ου αιώνα, κυρίως μετά την κατάλυση της Ραβέννας από τους
Λογγοβάρδους, από την κυριαρχία του φραγκικού κράτους σε ολόκληρη σχεδόν τη
Δύση κατά την περίοδο του Καρλομάγνου, εποχή κατά την οποία αυτονομήθηκε ο
παπικός θρόνος από τη βυζαντινή πολιτική κηδεμονία και από τη διαπίστωση ότι το
παπικό πρωτείο εξυπηρετούσε το αντιβυζαντινό πνεύμα των Φράγκων, γι’ αυτό και
ενίσχυθηκε από τις ψευτοισιδώρειες διατάξεις ήδη από τις αρχές του 9ου
αιώνα.
Από τη
στιγμή που ο παπικός θρόνος τα βρήκε με τους Φράγκους εγέρθηκε στη Δύση το θέμα
του filioque, δηλ. η διδασκαλία περί
εκπορεύσεως του αγίου πνεύματος όχι μόνο εκ τους Πατρός αλλά και εκ του Υιού, η
οποία συνδεόταν με τις βησιγοτθικές αρειανικές ρίζες της φραγκικής θεολογίας. Οι
βησιγότθοι είχαν δεχθεί τον αρειανισμό και οι οποίοι πιεζόμενοι από την Ανατολή
κατέφυγαν στην Ισπανία και κατά επέκταση και όλα τα γερμανικά φύλα (ήτοι:
Οστρογότθοι, Βάνδαλοι, Βουργούνδιοι, Σουηβοί κ.α.), τα οποία απορροφήθηκαν από
το φραγκικό κράτος. Μάλιστα, η σύνοδος του Τολέδο το 589 εισήγαγε τελικά το filioque στο σύμβολο της Νίκαιας –
Κωνσταντινούπολης. Η εισαγωγή της καινοτομίας αυτής από τον 8ο αιώνα
στο φραγκικό κράτος ήταν συνέπεια της αφομοίωσης στο κράτος αυτό όλων των
αρειανικών γερμανικών φυλών, τα οποία διέθεταν μια ανεπτυγμένη αρειανική
θεολογία και επηρέασαν τη γέννηση της φραγκικής θεολογίας. Η προσθήκη του filioque έγινε και επίσημα δεκτή στη σύνοδο της
Φρανκφούρτης το 796 και από τη σύνοδο του Ακυϊσγράνου το 809. Οι ορθόδοξοι
μοναχοί της Παλαιστίνης κατηγόρησαν τους φράγκους μοναχούς ως αίρεση. Ο πάπας
Λέων ο Γ΄ την αποδοκίμασε και ανάρτησε δύο αργυρές πλάκες στο ναό του αγίου
Πέτρου με το σύμβολο της Πίστεως χωρίς την προσθήκη του filioque, ενώ καταδίκασε κάθε προσθήκη ή αλλοίωση
του παραδεδομένου συμβόλου της πίστεως. Η επίσημη αυτή αντίδραση του παπικού
θρόνου δεν είναι και τελείως άσχετη με την εκλογή των ανατολιτικών κυρίως
υποψηφίων για τον παπικό θρόνο κατά την πρώτη περίοδο της εικονομαχίας (727 -
787), αλλά πλέον η επίδραση της φραγκικής θεολογίας ήταν αισθητή σε όλη τη Δύση
κατά την εποχή του Καρλομάγνου. Η διδασκαλία αυτή του filioque υιοθετήθηκε και από λατίνους θεολόγους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου