Η αποκατάσταση του Ιγνατίου και η σύνοδος
της Κωνσταντινούπολης
(869 - 870)
Η
δολοφονία του Μιχαήλ του Γ΄ στις 24 Σεπτεμβρίου του 867 από τον Βασίλειο τον Α΄
τον Μακεδόνα (867 - 886) συνοδεύτηκε από την εσπευσμένη ανάκληση των
απεσταλμένων του ιερού Φωτίου στη Δύση. Ο νέος αυτοκράτορας δεν μπορούσε να
στηριχθεί στους οπαδούς του Φωτίου ή των Βάρδα και Μιχαήλ, οι οποίοι είχαν
δολοφονηθεί από αυτόν. Ο Φώτιος υπήρξε θύμα αυτής της νέας πολιτικής
σκοπιμότητας του Βασιλείου του Α΄, ο οποίος εκθρόνισε τον πατριάρχη και
απεκατέστησε στον πατριαρχικό θρόνο τον Ιγνάτιο στις 23 Νοεμβρίου του 867. η
εσωτερική αυτή εκκλησιαστική αλλαγή συνεπαγόταν και αλλαγή στις σχέσεις με τον
παπικό θρόνο, αφού ο Ιγνάτιος και οι οπαδοί του δεν μπορούσαν να αγνοήσουν τον
αγώνα του πάπα Νικόλαου εναντίον του Φωτίου και μάλιστα μετά την καθαίρεση του
Νικολάου από τη σύνοδο της Κωνσταντινούπολης του 867. Ο Βασίλειος απέστειλε στη
Ρώμη τον Σπαθάριο Ευθύμιο, ο οποίος κόμιζε επιστολή προς τον πάπα για την
ενημέρωσή του περί της αλλαγής που πραγματοποιήθηκε στο θρόνο της
Κωνσταντινούπολης. Στο μεταξύ στον παπικό θρόνο είχε ανέβει ο Αδριανός ο Β΄
(867 - 872), ο οποίος είχε διαδεχθεί τον αποθανόντα πάπα Νικόλαο, και ο οποίος
παρά την αρχική διαφωνία του για την οξύτητα της εκκλησιαστικής πολιτικής του
προκατόχου του, αναγκάσθηκε από τα γεγονότα να την υιοθετήσει. Ο
παραγκωνισμένος ιγνατιανός ηγούμενος Θεόγνωστος επανήλθε στο προσκήνιο και
εστάλη από τον Αδριανό στην Κωνσταντινούπολη, κομίζοντας δύο επιστολές προς τον
αυτοκράτορα Βασίλειο και τον πατριάρχη Ιγνάτιο αντίστοιχα, με τις οποίες
επαινείτο ο Βασίλειος για την εφαρμογή της απόφασης του πάπα Νικολάου του Α΄
στο ζήτημα του πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Η απομάκρυνση του
Φωτίου και η επιστροφή του Ιγνατίου στον πατριαρχικό θρόνο είχε σοβαρές
επιπτώσεις και στη σύνθεση της ιεραρχίας του θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Οι
επιστολές του Βασιλείου και του Ιγνατίου συνιστούσαν μετριοπάθεια. Ο πάπας
Αδριανός με επιστολές του προς τον Βασίλειο και τον Ιγνάτιο κοινοποίησε τις
ποινές (καθαίρεση του Φωτίου και όσους υπέγραψαν τα πρακτικά της συνόδου της
Κωνσταντινούπολης του 867, τα οποία μάλιστα κάηκαν επίσημα μπροστά στο ναό του
Αγ. Πέτρου) και ζήτησε τη σύγκληση συνόδου στην Κωνσταντινούπολη για την
υπογραφή των πρακτικών της συνόδου της Ρώμης. Ο Βασίλειος δεν είχε λόγους να
στραφεί κατά των οπαδών του αφού η εκθρόνιση του Φωτίου και η αποκατάσταση του
Ιγνατίου ικανοποιούσε τους ιγνατιανούς. Όμως ο πάπας Αδριανός με την καθαίρεση
του Φωτίου και όσων είχαν υπογράψει τα πρακτικά της συνόδου της
Κωνσταντινούπολης του 867 όξυνε τόσο τα εκκλησιαστικά όσο και τα πολιτικά
ζητήματα της Κωνσταντινούπολης. Στις 5 Οκτωβρίου του 869 συγκλήθηκε η σύνοδος
στο ναό της Αγίας Σοφίας, ο αυτοκράτορας συμμετείχε σε μερικές μόνο συνεδρίες,
ενώ στις υπόλοιπες εκπροσωπείτο από τον πατρίκιο Βαάνη και άλλους
αξιωματούχους. Στη σύνοδο εμφανίστηκαν αντιπρόσωποι των πατριαρχικών θρόνων της
Ανατολής, οι οποίοι όμως δεν είχαν ορισθεί ως αντιπρόσωποι από τα πατριαρχεία
τους για αυτό το σκοπό, με αποτέλεσμα η αποδοκιμασία και η περιφρόνηση της
συνόδου από τους επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου να είναι γενική. Η
σθεναρή αντίδραση της ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου ήταν αυθεντική έκφραση
όχι μόνο του γενικού σεβασμού προς το πρόσωπο του Φωτίου, αλλά και της
συνείδησης ευθύνης για την κανονική τάξη της Εκκλησίας. Η παπική απολυταρχία
αντιτασσόταν στον κανονικό θεσμό της Πενταρχίας των πατριαρχών, η οποία
αποτελούσε την ακλόνητη συνοδική συνείδηση της Ανατολής. Ο κανονικός θεσμός της
Πενταρχίας, ο οποίος είχε εισαχθεί στην εκκλησιαστική διοίκηση από τον 5ο
αιώνα καθιερώθηκε ως κανονική προϋπόθεση για τη συγκρότηση της οικουμενικής συνόδου,
ήδη από τη σύγκληση της 5ης Οικουμενικής Συνόδου το 553. Η σύνοδος
της Αγίας Σοφίας το 869 (γνωστή και ως παπόφιλη σύνοδος της Κωνσταντινούπολης) συγκλήθηκε
ως οικουμενική και διεκδίκησε την επιβολή της νέας παπικής θεωρίας και στην
Ανατολή. Ο παπικός θρόνος κέρδισε τη θεωρητική επιβολή των αξιώσεών του στην
Ανατολική Εκκλησία, αλλά συγχρόνως έχασε κάθε δυνατότητα συνοδικής υποστήριξης
του παπικού πρωτείου λόγω της ρητής ένταξης του παπικού θρόνου στο κανονικό
θεσμό της Πενταρχίας των πατριαρχών. Στην Εκκλησία δεν υπήρχε μια κεφαλή αλλά
το πεντακόρυφον κράτος της Εκκλησίας, δηλ. οι πέντε πατριάρχες, οι οποίοι
ασκούσαν τη λειτουργία των πέντε αισθήσεων στο σώμα της Εκκλησίας και
αποκαταστάθηκαν από το άγιο Πνεύμα ως φύλακες της αυθεντικότητας τόσο της
αλήθειας της πίστης, όσο και της κανονικής τάξης. Η σύνοδος συμφώνησε με τις
θέσεις, τις οποίες συμπεριέλαβε στον 21ο κανόνα του λατινικού
κειμένου των πρακτικών της συνόδου (13ος κανόνας στο ελληνικό
κείμενο) με την ειδικότερη αναφορά στον 6ο κανόνα της Α΄
Οικουμενικής Συνόδου του 325. Στον 21ο κανόνα αναγνωρίζεται η
κανονικώς καθιερωμένη τάξη του θεσμού της Πενταρχίας των πατριαρχών, η οποία
προβάλλεται ως η ανώτατη εκκλησιαστικά αυθεντία στο δίκαιο των χειροτονιών και
κρίσεως των επισκόπων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου