- Α, στον μπαμπά μου έκαναν πάρα πολύ καλή εντύπωση. Πολύ περιποιημένοι
άνθρωποι. Αφού τούς έδειξε ο μπαμπάς μου όλο το διαμέρισμα, μετά τους κατέβασε
στο δικό μας να πιουν ένα ποτήρι νερό οι άνθρωποι, είχαν ξεροσταλιάσει τόση ώρα
και η μαμά μου, α όλα κι όλα, είπε με καμάρι και για τη μαμά του ο Κώστας,
φτιάχνει καταπληκτικό παγωτό, και έτσι κατέβηκαν στο σπίτι μας, κι η αδελφή μου
είχε την ευκαιρία, μιας και ως κορίτσι συνέχεια με ένα περιοδικό μόδας είναι
στο χέρι, δεν έχασε ευκαιρία να τους κάνει ακτινογραφία μόδας, όπως είπε στη
μαμά μου και πήρε το δικό μου αφτί. Η κυρία Βήλια, λοιπόν, είναι πολύ όμορφη
και καλοφτιαγμένη γυναίκα. Από ηλικία δεν μπορώ να προσδιορίσω, αλλά πάνω κάτω
πρέπει να είναι μεταξύ σαράντα και σαράντα δυο, όχι παραπάνω. Έχει όμορφια,
λαμπερά, καστανά ίσια μαλλιά μέχρι τον ώμο και σκούρα πράσινα μάτια (αχά, νάτο
το πράσινο!), και ντύνεται πολύ κομψά. Φορούσε ένα υφασμάτινο μαύρο παντελόνι
με πουκάμισο σε ίδιο χρώμα με το σακάκι, που ήταν μπορντώ σκούρο. Κρατούσε μια
δερμάτινη κροκό τσάντα σε καφέ ολέ χρώμα κι ασορτί παπούτσια.
- Καλά βρε Κώστα που τα έμαθες αυτά; τον ρώτησε ο Λουκάς.
- Η αδεφλή μου, παιδί μου, δεν σου είπα, με ένα περιοδικό μόδας στο χέρι. Για ένα μήνα μετά όλο για το ντύσιμο της κας Βήλια έλεγε και ξανάλεγε. Άσε που κράτησε αποκόμματα από διάφορα περιοδικά τα ρούχα που την είδε να φοράει σε εκείνη την επίσκεψη.
- Βρε Κώστα μας δουλεύεις, του είπαμε όλοι μαζί δυνατά, μιας και τώρα μπορούσαμε να φωνάξουμε αφού είχε κτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα.
- Όχι ρε παιδιά, γιατί να σας δουλέψω, απλώς η αδελφή μου είναι λοξή με τη μόδα. Άσε που από εκείνη την ημέρα σχολιάζει το ντύσιμό τους με τη μαμά μου. Μάλιστα, όπως έλεγε η Άννα στη μαμά μου, (η Άννα όπως καταλάβατε είναι η μεγαλύτερη αδελφή του Κώστα, η οποία δεν πάει στο δικό μας σχολείο γιατί επάτι Γυμνάσιο και το Γυμνάσιο συστεγάζεται σε άλλο κτίριο πιο κάτω μαζί με το Λύκειο), πολύ κομψά ντυμένος ήταν κι ο κύριος Βήλιας, ο οποίος φορούσε ένα ωραίο λινό μπλε κοστούμι, το οποίο όπως επεσήμανε η Άννα στη μαμά μου, ήταν ατσαλάκωτο, αυτό δεν το αντιλαμβάνομαι γιατί ήταν τόσο σημαντικό, με ένα σιελάκι πουκάμισο και σωμόν γραβάτα. Κι αυτός φόραγε παπούτσια σε κροκό μπλε χρώμα και κράταγε κι έναν πολύ ακριβό χαρτοφύλακα. Να φανταστείτε τι λοξή που είναι η αδελφή μου, που βρήκε στα περιοδικά μέχρι και τα ρούχα του κ. Βήλια, τα οποία πιστέψτε με είναι κι αυτά πολύ ακριβά. Μόνο ο χαρτοφύλακας έκανε 3.500 Ευρώ, φανταστείτε μια μόνο τσάντα, 3.500 ευρώ.
Όλος απορία, δεν άντεξα, βρήκα την ευκαιρία κάποια στιγμή που ο Κώστας ήπιε λίγο νερό να τον ρωτήσω: “Βρε, Κώστα αυτό το κροκό που το λες και το ξαναλες συνέχεια τι είναι;”
- Λοιπόν, αυτό το ρώτησε κι η μαμά μου στην Άννα και αυτή της είπε ότι “κροκό” σημαίνει ότι κάτι είναι φτιαγμένο από δέρμα κροκόδειλου, όπως οι τσάντες και τα παπούτσια που φορούσαν. Μάλιστα, έλεγε η Άννα ότι αντικείμενα από δέρμα κροκό είναι πάρα μα πάρα πολύ ακριβά.
Μάλιστα, είπα εγώ και λυπόμουν τους καημένους τους κροκόδειλους για την κατάντιά τους. Από 'κει που οι κροκόδειλοι μπορούσαν να σε κάνουν μια χαψιά, τώρα μεταμορφωθεί σε τσάντες και παππούτσια ... μες στην καλοπέραση οι κροκόδειλοι.
- Καλά βρε Κώστα που τα έμαθες αυτά; τον ρώτησε ο Λουκάς.
- Η αδεφλή μου, παιδί μου, δεν σου είπα, με ένα περιοδικό μόδας στο χέρι. Για ένα μήνα μετά όλο για το ντύσιμο της κας Βήλια έλεγε και ξανάλεγε. Άσε που κράτησε αποκόμματα από διάφορα περιοδικά τα ρούχα που την είδε να φοράει σε εκείνη την επίσκεψη.
- Βρε Κώστα μας δουλεύεις, του είπαμε όλοι μαζί δυνατά, μιας και τώρα μπορούσαμε να φωνάξουμε αφού είχε κτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα.
- Όχι ρε παιδιά, γιατί να σας δουλέψω, απλώς η αδελφή μου είναι λοξή με τη μόδα. Άσε που από εκείνη την ημέρα σχολιάζει το ντύσιμό τους με τη μαμά μου. Μάλιστα, όπως έλεγε η Άννα στη μαμά μου, (η Άννα όπως καταλάβατε είναι η μεγαλύτερη αδελφή του Κώστα, η οποία δεν πάει στο δικό μας σχολείο γιατί επάτι Γυμνάσιο και το Γυμνάσιο συστεγάζεται σε άλλο κτίριο πιο κάτω μαζί με το Λύκειο), πολύ κομψά ντυμένος ήταν κι ο κύριος Βήλιας, ο οποίος φορούσε ένα ωραίο λινό μπλε κοστούμι, το οποίο όπως επεσήμανε η Άννα στη μαμά μου, ήταν ατσαλάκωτο, αυτό δεν το αντιλαμβάνομαι γιατί ήταν τόσο σημαντικό, με ένα σιελάκι πουκάμισο και σωμόν γραβάτα. Κι αυτός φόραγε παπούτσια σε κροκό μπλε χρώμα και κράταγε κι έναν πολύ ακριβό χαρτοφύλακα. Να φανταστείτε τι λοξή που είναι η αδελφή μου, που βρήκε στα περιοδικά μέχρι και τα ρούχα του κ. Βήλια, τα οποία πιστέψτε με είναι κι αυτά πολύ ακριβά. Μόνο ο χαρτοφύλακας έκανε 3.500 Ευρώ, φανταστείτε μια μόνο τσάντα, 3.500 ευρώ.
Όλος απορία, δεν άντεξα, βρήκα την ευκαιρία κάποια στιγμή που ο Κώστας ήπιε λίγο νερό να τον ρωτήσω: “Βρε, Κώστα αυτό το κροκό που το λες και το ξαναλες συνέχεια τι είναι;”
- Λοιπόν, αυτό το ρώτησε κι η μαμά μου στην Άννα και αυτή της είπε ότι “κροκό” σημαίνει ότι κάτι είναι φτιαγμένο από δέρμα κροκόδειλου, όπως οι τσάντες και τα παπούτσια που φορούσαν. Μάλιστα, έλεγε η Άννα ότι αντικείμενα από δέρμα κροκό είναι πάρα μα πάρα πολύ ακριβά.
Μάλιστα, είπα εγώ και λυπόμουν τους καημένους τους κροκόδειλους για την κατάντιά τους. Από 'κει που οι κροκόδειλοι μπορούσαν να σε κάνουν μια χαψιά, τώρα μεταμορφωθεί σε τσάντες και παππούτσια ... μες στην καλοπέραση οι κροκόδειλοι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου