Κυριακή 18 Μαΐου 2014

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΜΟΥΣΕΙΩΝ - 18 ΜΑΪΟΥ

Με τον όρο «μουσείο» εννοείται σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό του International Council of Museum, «ένα μόνιμο ίδρυμα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοικτό στο κοινό, που έχει ως έργο του τη συλλογή, τη μελέτη, τη διατήρηση, τη γνωστοποίηση και την έκθεση τεκμηρίων του ανθρώπινου πολιτισμού και περιβάλλοντος, με στόχο τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία.». Τα μουσεία ικανοποιούν μια ιδιαίτερη ανθρώπινη ανάγκη, προκειμένου να μάθουν για το πώς έζησαν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι, τι πέτυχαν και πως το πέτυχαν. Σήμερα, τα μουσεία, είναι οι χώροι, εκείνοι στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να εξερευνήσουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις. Με άλλα λόγια, μπορούν να επιδείξουν στο πλατύ κοινό πως διαμόρφωσαν τα γεγονότα και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος την εμπειρία του παρόντος.
Στην αρχαιότητα το μουσείο περιγραφόταν ως τέμενος αφιερωμένο στη λατρεία των μουσών, δηλαδή στο συγκεκριμένο χώρο καλλιεργούνταν οι τέχνες, τα γράμματα, η μουσική, η ποίηση, η φιλοσοφία και ο χορός. Στην περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ο όρος χρησιμοποιείται για τους χώρους εκείνους, στους οποίους διεξάγονταν φιλοσοφικές συζητήσεις. Κατά την περίοδο της Αναγέννησης, ο όρος παραπέμπει σε ιδιωτικές συλλογές της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, ενώ τον 17ο αιώνα ο όρος μουσείο σχετίζεται με την πληρότητα των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και την ευρεία κάλυψη ενός γνωστικού αντικειμένου. Στα μέσα του 17ου αιώνα στην Ευρώπη χρησιμοποιείται ο λατινικός όρος musaeum για τον προσδιορισμό συλλογών με περίεργα αντικείμενα. Στα τέλη του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου καθιερώθηκε ο όρος μουσείο για συγκεκριμένα κτίρια, τα οποία στέγαζαν συλλογές αντικειμένων.


Τα μουσεία κατηγοριοποιούνται βάσει: α) των συλλογών που διαθέτουν, β) των φορέων που τα ιδρύουν και τα διαχειρίζονται, γ) του βεληνεκούς της συλλογής τους, δ) του κοινού του και ε) του εκθεσιακού τους χώρου. Αναλυτικότερα, όμως, η παραπάνω κατηγοριοποίηση των μουσείων οδηγεί σε μια ακόμα επιμέρους κατηγοριοποίηση, ήτοι:
Α) ανάλογα με τη συλλογή τους τα μουσεία διακρίνονται σε:
  • Γενικού ενδιαφέροντος
  • Αρχαιολογικά
  • Τέχνης
  • Ιστορικά
  • Θεματικά
  • Λαογραφικά
  • Φυσικής Ιστορίας
  • Επιστημών
  • Πολεμικά
  • Νομισματικά
  • Ναυτικά
  • Εθνολογικά
 Β) βάσει του ιδρυτικού και διαχειριστικού φορέα τους, διακρίνονται σε:
  • Κρατικά
  • Δημόσια
  • Ιδιωτικά
 Γ) βάσει του βεληνεκούς τους, διακρίνονται σε:
  • Εθνικά
  • Περιφερειακά
  • Τοπικά

Δ) βάσει του κοινού τους, διακρίνονται σε:
  • Γενικά
  • Εκπαιδευτικά
  • Ειδικού ενδιαφέροντος
 Ε) βάσει του εκθεσιακού χώρου τους, διακρίνονται σε:
  • Αρχαιολογικούς χώρους
  • Υπαίθρια
  • Ιστορικά κτίρια – μουσεία
 Η δημιουργία ενός κτιρίου, το οποίο θα στεγάσει ένα μουσείο, αποτελεί μια σημαντική διαδικασία. Ο σχεδιασμός νέων κτιριακών εγκαταστάσεων ή η μουσειακή αξιοποίηση παλαιών κτιριακών εγκαταστάσεων αναλαμβάνεται από ομάδες αρχιτεκτόνων – μηχανικών, οι οποίες φροντίζουν για την ένταξη του μουσείου στο φυσικό αστικό ή ημιαστικό τοπίο της περιοχής. Κατά τις εργασίες ανακαίνισης, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην κατάλληλη ένταξη ειδικών συσκευών κλιματισμού, οι οποίοι προαπαιτούνται για τη συντήρηση και την καλή κατάσταση των μουσειακών αντικειμένων. Σε ένα σύγχρονο μουσείο σημαντικό ρόλο παίζουν και οι βοηθητικές εγκαταστάσεις του, για τις οποίες λαμβάνεται ειδική μέριμνα. Τέτοιες βοηθητικές εγκαταστάσεις είναι τα διαδραστικά τεχνοπάρκα, τα εργαστήρια συντήρησης, τα γραφεία του διοικητικού προσωπικού, οι κατάλληλοι χώροι αποθήκευσης, στους οποίους θα αποτρέπεται η καταστροφή των μουσειακών αντικειμένων από ανθρωπογενείς ή περιβαλλοντικές αιτίες. Για ένα μουσείο πολύ σημαντική είναι και η καθαριότητα των χώρων αποθήκευσης, η κατηγοριοποίηση των αντικειμένων ανά υλικό, έτσι ώστε να είναι πιο εύκολος ο έλεγχός του και ο περιορισμός της καταστροφής των μουσειακών αντικειμένων. Για παράδειγμα: οστά και ελεφαντοστούν αποθηκεύονται σε θερμοκρασία όχι μεγαλύτερη των 25ο C και σχετική υγρασία 45% - 55%, το ξύλο στους 20ο C και υγρασία στους 45%, οι περγαμηνές και οι πάπυροι σε θερμοκρασία από 21ο C – 25ο C και σχετική υγρασία η οποία κυμαίνεται στους 40% - 50%, κεραμεικά και γυαλί, όπου οι ιδανικές υγρασίας για έκθεση και αποθήκευση είναι 45% - 55%, οι φωτογραφίες και τα αρνητικά, η σχετική υγρασία για την αποθήκευση φωτογραφικού υλικού κυμαίνεται από 30% έως 50%, και δεν υπερβαίνει το 60%, ενώ η ιδανική θερμοκρασία ποικίλει από 15ο C – 25ο C και δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 30ο C, τα μεταλλικά αντικείμενα, επειδή υπόκεινται σε σοβαρή οξείδωση όταν η ατμοσφαιρική υγρασία είναι μεγαλύτερη των 65ο C με 70ο C χρειάζονται ειδικές συνθήκες αποθήκευσης.


Ο άνθρωπος θεωρείται μια από τις εξωγενείς αιτίες καταστροφής των μουσειακών αντικειμένων. Άλλες ανθρωπογενείς αιτίες είναι η ελλιπής γνώση στο χειρισμό των μουσειακών αντικειμένων, στη συντήρηση αυτών, στην αποθήκευση και τη μεταφορά τους. Ένας τρόπος να μειωθούν αυτές οι εξωγενείς αιτίες είναι η συνεχής εκπαίδευση του προσωπικού των μουσείων στις νέες μεθόδους και τεχνολογίες συντήρησης και αποκατάστασης.
Τι γίνεται όμως όταν ένα μουσείο υποδέχεται ένα μουσειακό αντικείμενο; Η υποδοχή του αντικειμένου από το μουσείο γίνεται με βάση τους κανόνες και τις πρακτικές της ICOM. Όσα προορίζονται για μόνιμη έκθεση στο μουσείο εκτιμώνται από τον υπεύθυνο συλλογών και τους συνεργάτες του, φωτογραφίζονται και καταγράφεται το υλικό, η τεχνική κατασκευή τους, η κατάστασή του, οι πολιτισμικές και ιστορικές αναφορές του, ο τόπος και η ημερομηνία παραγωγής του, η φωτογράφηση και ο τρόπος συντήρησής τους. Αυτοί οι κανόνες σε συνδυασμό με τη συνεργασία ειδικών επιστημόνων, όπως οι αρχιαιολόγοι, οι εθνολόγοι, οι ανθρωπολόγοι, οι ειδικοί της τέχνης κ.α., διαμορφώνουν μια νέα αντίληψη για το μουσείο, βοηθώντας το να απαγκιστρωθεί από την έννοια της απλής έκθεσης και να γίνει ένας ζωντανός χώρος έρευνας, εκπαίδευσης και τεκμηρίωσης.

Στόχος ενός μουσείου δεν πρέπει να είναι η απλή έκθεση των αντικειμένων του, αλλά η παρουσίαση και η σύνθεση συλλογών, με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδεικνύεται ο καλλιτεχνικός χαρακτήρας των εκθεμάτων, το γνωστικό πολιτισμικό τους υπόβαθρο, και με αυτόν τον τρόπο να ξεδιπλώνεται όλη η αξία τους. Για το λόγο αυτό, απαιτείται ειδική μέριμνα στα συνοδευτικά κείμενα των μουσειακών αντικειμένων, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν στοιχεία για όλες τις κατηγορίες επισκεπτών και να αναπτύσσονται βάσει παραμέτρων που ενισχύουν τις αρχές της εκπαιδευτικής και επικοινωνιακής πολιτικής του μουσείου. Τα κείμενα αυτά αποτελούν ένα εξίσου σημαντικό τμήμα επικοινωνίας των επισκεπτών με την έκθεση και τους ανθρώπους του μουσείου, ενισχύοντας έτσι τον κοινωνικό παράγοντα του μουσείου. Σημαντική προϋπόθεση είναι αυτά τα κείμενα να είναι γραμμένα σε απλή και κατανοητή γλώσσα, χωρίς όμως να αποκρύβουν πληροφορίες ή να παραπληροφούν.

Μουσείο και Εκπαίδευση

Βασικό στοιχείο ενός μουσείου πρέπει να αποτελεί η κοινωνική διάσταση αυτού, η επικοινωνία με το κοινό όλων των ηλικιών, η ερμηνεία και η μετάδοση του περιεχομένου των συλλογών του. Όσες, λοιπόν, ξεναγήσεις λαμβάνουν χώρα στο μουσειακό χώρο θα πρέπει να είναι έτσι δομημένες, ώστε να παρέχουν όλες εκείνες τις εκπαιδευτικές δυνατότητες, προκειμένου το ίδιο το μουσείο να καταστεί χώρος εκπαίδευσης μικρών και μεγάλων. Επιμορφωτικά σεμινάρια, προγράμματα εκπαίδευσης και φυσικά το διαδίκτυο αποτελούν τα πιο σημαντικά «όπλα» ενός σύγχρονου αλλά και ζωντανού μουσείου.



Ιστορική εξέλιξη των μουσείων από την αρχαία Ελλάδα ως τις μέρες μας

Μέσα στο χρόνο το μουσείο διαθέτει τη δική του μακραίωνη ιστορία, μέχρι να φτάσει, στις μέρες μας, να αποτελεί έναν πολυδύναμο και πολυδιάστατο πολιτιστικό οργανισμό. Η λέξη «μουσείο» προέρχεται από τις εννέα Μούσες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, τις κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. Στην αρχαία Ελλάδα το μουσείο ήταν ένας χώρος αφιερωμένος στη λατρεία των Μουσών, οι οποίες ήταν οι προστάτιδες των γραμμάτων και των επιστημών. Στα ιερά αυτών των χώρων καλλιεργούνταν οι τέχνες, τα γράμματα, η μουσική, η φιλοσοφία και διοργανώνονταν πολλές και διάφορες πνευματικές εκδηλώσεις. Πέραν, όμως, αυτών των εκδηλώσεων, οι χώροι αυτοί αποτελούσαν και επιστημονικά και διδακτικά κέντρα με γνωστό το Λύκειο του Αριστοτέλη στην Αθήνα, το οποίο λειτούργησε τον 4ο αιώνα π.Χ., μέσα στο οποίο διεξάγονταν συστηματικές μελέτες βάσει τις επιστημονικής παρατήρησης. Σε αυτούς τους χώρους τέθηκαν οι βάσεις της φιλοσοφικής και ρητορικής αναζήτησης από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα.
Στους ελληνιστικούς χρόνους ο Πτολεμαίος ο Α΄ (367 – 283 π.Χ), δημιούργησε το 290 το Μουσείο της Αλεξάνδρειας, το οποίο οικοδομήθηκε με σκοπό να αποτελέσει έναν παραπλήσιο χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλη. Στο χώρο του μουσείου αυτού λειτουργούσε βιβλιοθήκη, το αστεροσκοπείο και ερευνητικά εργαστήρια, μετατρέποντάς το με αυτόν τον τρόπο σε ένα πολυδύναμο ερευνητικό κέντρο. Αρχιτεκτονικά το κτίριο έμοιαζε με αρχαιοελληνικό ιερό, ενώ το εσωτερικό του περιστοιχιζόταν από αγάλματα και πολύτιμα έργα τέχνης.


Από τον 4ο μέχρι τον 14ο αιώνα μ.Χ. παρατηρείται μια καμπή στην ιστορία των ευρωπαϊκών μουσείων, περίοδος η οποία, ως επί τω πλείστον, διακρίνεται από συνεχείς πολέμους, καταστροφές και δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Τη διατήρηση έργων τέχνης την αναλαμβάνουν ιδιώτες, κυρίως κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων. Στα χρόνια του Μεσαίωνα οι συλλογές εμπλουτίστηκαν με εκκλησιαστικά χειρόγραφα, τα οποία συλλέγονταν από μοναστήρια.
Η ιταλική αναγέννηση και ο 15ος αιώνας αποτέλεσε μια περίοδο κατά την οποία διενεργείται μια σημαντική στροφή του ανθρώπου προς τις τέχνες, τα γράμματα και τις επιστήμες. Οι ιδιωτικές συλλογές έργων τέχνης μελετούνταν, ερευνούνταν και ήταν προσβάσιμες σε βασιλιάδες, ευγενείς και εκλεκτούς επισκέπτες, προσδίδοντάς τους κι έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Αυτό διήρκεσε μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα. Ο 17ος αιώνας, γενικότερα, αποτέλεσε το γόνιμο υπέδαφος για το άνοιγμα των βασιλικών και εκκλησιαστικών συλλογών στο ευρύ κοινό. Το αποτέλεσμα ήταν τον 18ο αιώνα να ιδρυθούν τα πρώτα δημόσια μουσεία, όπως ήταν το μουσείο του Λούβρου και το Βρετανικό Μουσείο. Στην Ιταλία δωρήθηκαν μεγάλες συλλογές, όπως ήταν η συλλογή Uffizi της Φλωρεντίας. Στην Αυστρία δωρήθηκαν ολόκληρες βασιλικές κατοικίες, όπως το Schloss Belvedere, το οποίο μετατράπηκε σε αίθουσες τέχνης. Τον 19ο αιώνα ο θεσμός του μουσείου είχε καθιερωθεί, πλέον, και άρχισε να προβάλλεται ως ένας χώρος διαμόρφωσης της εθνικής συνείδησης των πολιτών, καθώς και ως χώρος διατήρησης της πολιτισμικής κληρονομιάς κάθε χώρας. Στο πλαίσιο του κινήματος του Νεοκλασικισμού στη Γαλλία και τη Γερμανία τα μουσεία κατασκευάζονταν σύμφωνα με την αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική, με σκοπό να προκαλέσουν δέος και θαυμασμό.


Στην Ελλάδα, το 1874 δημιουργείται το Μουσείο της Ακρόπολης, το 1886 το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, το 1875 το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας,  και η Εθνική Πινακοθήκη το 1900.
Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα δημιουργούνται πολυάριθμα μουσεία σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική, ενώ διαμορφώνονται και νέες κατηγορίες μουσείων, όπως είναι τα μουσεία των Επιστημών και Τεχνολογίας, Σύγχρονης Τέχνης, Λαογραφικά Μουσεία.
Το μουσείο πρέπει να συνδυάζει την αισθητική απόλαυση των εκθεμάτων του σε συνδυασμό με την έρευνα, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία.

Το παλαιό  και το νέο μουσείο της Ακρόπολης

Το μουσείο της Ακρόπολης είναι αρχαιολογικό μουσείο με ευρήματα από τον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης των Αθηνών. Το μουσείο κτίστηκε για να στεγάσει κάθε αντικείμενο το οποίο βρέθηκε πάνω στον ιερό βράχο της Ακρόπολης και στους πρόποδές του, καλύπτοντας μια ευρεία χρονική περίοδο από τη Μυκηναϊκή εποχή μέχρι τη Ρωμαϊκή και παλαιχριστιανική Αθήνα, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται πάνω στον αρχαιολογικό χώρο Μακρυγιάννη, κατάλοιπό των ρωμαϊκών και πρώιμων χρόνων. Το νέο μουσείο της Ακρόπολης άνοιξε για το κοινό στις 21 Ιουνίου του 2009.
Το πρώτο μουσείο της Ακρόπολης θεμελιώθηκε στα νοτιοανατολικά του Παρθενώνα στις 30 Δεκεμβρίου του 1865 και ολοκληρώθηκε το 1874 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Παναγή Κάλκου. Στις ανασκαφές του 1885 – 1890 ανακαλύφθηκαν τα γλυπτά που είχαν καταστρέψει οι Πέρσες κατά τη δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα, και έτσι το μικρό μέχρι τότε μουσείο της Ακρόπολης, αναγκάσθηκε να μεγαλώσει, προκειμένου να δεχθεί τα νέα αυτά ευρήματα. Έτσι, το 1888 κατασκευάστηκε ένα μικρότερο κτίριο στα ανατολικά εκείνου του κτιρίου, στο οποίο τοποθετήθηκαν τα λιγότερο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα.


Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πολλά από τα ευρήματα αποθηκεύτηκαν στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και στις σπηλιές των γειτονικών λόφων. Επανήλθαν στο μουσείου μετά το τέλος του πολέμου και επανατοποθετήθηκαν στα 1946 και 1947.
Το 1953 άρχισαν οι εργασίες για την επέκταση του μουσείου σε σχέδια του αρχιτέκοντα Πάτροκλου Καταντινού. Το μικρότερο κτίριο κατεδαφίστηκε, κτίστηκαν νέες αίθουσες και άλλαξε η διαρρύθμιση των παλιών. Οι πρώτες αίθουσες άνοιξαν το 1956 και η επανέκθεση ολοκληρώθηκε το 1964 επιμέλεια του αρχαιολόγου Γιάννη Μηλιάδη. Παρά όμως τις διαδοχικές του επεκτάσεις το κτίριο δεν είχε τις δυνατότητες έκθεσης κι άλλων αρχαιολογικών ευρημάτων, τα οποία ανακαλύπτονταν σταδιακά στον βράχο της Ακρόπολης, κι έτσι από το 1974 εγέρθηκε θέμα οικοδόμησης νέου κτηρίου. Η ανέγερση μάλιστα του νέου μουσείου κρίθηκε επιτακτική, καθώς η Ελλάδα πρόεβαλλε έντονα το ζήτημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενών από το Βρετανικό Μουσείο.

Το νέο μουσείου της Ακρόπολης


Το 2000 προκηρύχθηκε νέος διεθνής διαγωνισμός, οι προτάσεις κρίθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2001 από διεθνή επιτροπή αξιολόγησης. Το νέο μουσείο της Ακρόπολης βρίσκεται στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, στο οικόπεδο του πρώην στρατοπέδου Μακρυγιάννη, σε ευθεία απόσταση 280 μέτρων από τον Παρθενώνα. Η κύρια είσοδός του βρίσκεται στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Το σχέδιο που προκρίθηκε ήταν του γαλλοελβετού Μπερνάν Τσουμί, το οποίο εμπλέκει το φως, την κίνηση και τον αρχιτεκτονικό προγραμματισμό. 


Όσον αφορά την κίνηση, η διαδρομή του επισκέπτη σχηματίζει ένα τρισδιάστατο βρόγχο, προσφέροντας μια αρχιτεκτονική και χωρική εμπειρία με αφετηρία την ανασκαφή ως την αίθουσα του Παρθενώνα και πίσω. Το φως παίζει κι αυτό πολύ σημαντικό ρόλο, καθώς ο φωτισμός του νέου μουσείου βασίζεται στο φυσικό φως, παρουσιάζοντας κυρίως έργα γλυπτικής τα οποία απαιτούν διαφορετικές συνθήκες φωτισμού από άλλους τύπους μουσείων. Τέλος, το μουσείο δομείται γύρω από έναν πυρήνα από σκυρόδεμα με τις ακριβείς διαστάσεις της ζωοφόρου του Παρθενών. Μέσα στον πυρήνα αυτό τοποθετούνται οι χώροι υποστήριξης ενώ γύρω του και στο αίθριο που δημιουργείται αναπτύσσονται οι εκθεσιακοί χώροι του μουσείου. Το κτήριο στηρίζεται σε υπερυψωμένους πυλώνες θεμελιωμένους ανάμεσα στις αρχαιότητες για την καλύτερη προστασία του αρχαιολογικού χώρου. Σε αρκετά σημεία στο εσωτερικό και το εξωτερικό του κτηρίου τα δάπεδα είναι διαφανή, επιτρέποντας στη θέαση των υποκείμενων αρχαιοτήτων.
Οι συλλογές του μουσείου εκτίθενται σε τέσσερα επίπεδα, στο πέμπτο επίπεδο στεγάζονται οι βοηθητικοί χώροι, όπως η αίθουσα επισήμων, το εστιατόριο και το πωλητήριο. Το επίπεδο της ανασκαφής βρίσκεται κάτω από το κτήριο του μουσείου και η επισκεψιμότητά του ξεκίνησε το τέλος του 2011.


Από τότε το νέο μουσείο της Ακρόπολης χαίρει της εκτίμησης και της επίσκεψης ανθρώπων από όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, αξίζει να το επισκεφθούμε κι εμείς. Σήμερα που γιορτάζουν τα μουσεία είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να τα επισκεφθούμε και να τα γνωρίσουμε από κοντά … έστω και μετά τις εκλογές …




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου