Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια" - 10ο κεφάλαιο

Μπαίνοντας στο σπίτι η μαμά μάς υποδέχθηκε όλο χαρά (φυσικό, την είχαμε αφήσει στην ησυχία της για ένα ολόκληρο κυριακάτικο πρωινό, δεν είναι λίγο πράγμα αυτό!).
-         Που ήσασταν βρε παιδιά όλη την ημέρα; Που χαθήκατε καλέ; Ποιος ήταν ο τυχερός σήμερα; Σε ποιόν σπάσατε τα νεύρα; (Αχ, καλέ μαμά με τα καλαμπούρια σου…)
Ο Ανδρέας, ως συνήθως, ξεκίνησε να μιλάει γρήγορα και ακαταλαβίστικα, λέγοντας φυσικά για το σούπερ νέο της σημερινής Κυριακής, που δεν ήταν άλλο από τη μετακόμιση και τους καινούργιους γείτονες.
- Μαμά, είδες το μεγάλο φορτηγό; Και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε «ήταν μιας μεταφορικής εταιρείας. Ήρθαν καινούργιοι γείτονες, ξέρεις στο «καταραμένο διαμέρισμα». Κι είχαν τόσα μα τόσα πολλά πράγματα, τόσα πολλά παιχνίδια, και αγορίστικα και κοριτσίστικα. Εμείς που είμαστε δύο αγόρια με το Γιώργο δεν έχουμε τόσα πολλά παιχνίδια, μαμά. Γιατί μαμά εμείς δεν έχουμε τόσα πολλά παιχνίδια;», έλεγε γεμάτος ενθουσιασμό ο Ανδρέας.
Μήπως, λέω εγώ τώρα, μήπως δεν έχουμε τόσα πολλά παιχνίδια γιατί τα περισσότερα τα έχουμε συνταξιοδοτήσει πρόωρα, μια ιδέα ρίχνω, αλλά το παράπονο του Ανδρέα ξεχείλιζε σαν να έλεγε στη μαμά μας, «Νομίζω ότι είναι καιρός να μας πάρετε περισσότερα παιχνίδια», για να είμαστε συνέχεια σε εγρήγορση ποιο θα πρωτοχαλάσει; (αμάν βρε Ανδρέα με τις ιδέες σου…)
- Μπράβο, Ανδρέα, ξέφυγε η μαμά την παγίδα, σιγά μην έπεφτε μέσα, δηλαδή βρήκατε καινούργιο φίλο, μπράβο σας παιδιά, είπε η μαμά, χωρίς να σχολιάσει καθόλου το παραπονεμένο ύφος του Ανδρέα για τα λιγοστά παιχνίδια του που είναι ακόμα εντάξει και για όλα τα υπόλοιπα που είναι σπασμένα ή μισοσπασμένα ή μισοχαλασμένα.
- Περίπου, είπα εγώ, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, γιατί σήμερα μόνο τα πράγματά τους γνωρίσαμε. Από παιδιά απολύτως τίποτα.
- Εντάξει, είπε η μαμά, αύριο που είναι Δευτέρα και θα πάτε στο σχολείο θα γνωριστείτε με τα καινούργια γειτονόπουλα, αν φυσικά είναι στη δική σας τάξη. Άντε τώρα κάντε ένα μπάνιο γρήγορα – γρήγορα και κατεβείτε για το βραδινό και νωρίς για ύπνο, σήμερα, είπαμε αύριο σχολείο.
            Πριν προλάβω να κουνηθώ από την καρέκλα μου, άκουγα τον Ανδρέα να μπαίνει φουριόζος στο μπάνιο και να τραγουδάει τραγούδια δικής του επινόησης εντελώς παράφωνα. Ήταν πολύ χαρούμενος με το καινούργιο φίλο του, ή για να είμαι πιο σωστός ήταν πολύ χαρούμενος με τα παιχνίδια του καινούργιου αγοριού, που με το ζόρι, όποια ηλικία κι αν είχε, ο Ανδρέας τον είχε κατατάξει στους φίλους του. Όταν ετοιμάστηκα κι εγώ και κατέβηκα κάτω έφαγα με πολύ όρεξη το αγαπημένο μου βραδινό (πατάτες τηγανιτές με αυγό μάτι και ένα λουκάνικο και τρεις τέσσερις φέτες χωριάτικο ψωμί, που είχε φτιάξει η δική μου γιαγιά, πεντανόστιμο αυτό το βραδινό, δεν το βαριέμαι ποτέ!), παρ’ όλο που όλη την ημέρα στο σπίτι της γιαγιάς του Γιάννη μασούλαγα ότι κι αν έφερνε η κυρά – Μαριγώ. Έτσι είναι τα παιδιά της ηλικίας μας, τρώνε όλη την ώρα τα πάντα, γιατί είναι η εποχή που αναπτυσσόμαστε. Το άδειασα το πιάτο μου, έφαγα και ένα χορταστικό κομμάτι κέικ κι ένα μήλο, για τη χώνεψη, και το γάλα μου με πέντε έξι μπισκότα από τη γιαγιά κι αυτά. Ναι, τώρα ήμουν επιτέλους χορτάτος και μπορούσα να σκεφτώ καλύτερα τα σημερινά γεγονότα. Πάντα σκέφτομαι καλύτερα με το στομάχι γεμάτο.
Καληνύχτισα τη μαμά κι ανέβηκα στο δωμάτιό μου προφασιζόμενος ότι είχα να διαβάσω ένα βιβλίο από τη δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου. Ο Ανδρέας έμεινε στην κουζίνα ταλαιπωρώντας την καημένη τη μαμά με τα χοροπηδητά του και λέγοντας συνέχεια για το καινούργιο αγόρι, αν και η λέξη που ακουγόταν περισσότερο ήταν η λέξη «παιχνίδια». Κάνε κουράγιο καλέ μαμά, σκέφτηκα, πόση ώρα θα σου κάνει να συμμαζέψεις την κουζίνα; Ώσπου να πεις φιτίλι την έχεις μαζέψει και θα έχει εξαφανιστεί και ο Ανδρέας, έτσι και καθαρή κουζίνα και ησυχία, δυο σε ένα. Όμως, ώσπου να ανέβω επάνω άκουσα τη μαμά, η οποία μάλλον είχε ζαλιστεί από τα πέρα – δώθε του Ανδρέα, να δίνει άδεια στον Ανδρέα να παίξει κανά τερτατάκι με το play station, μπας και ησυχάσει λιγάκι η γυναίκα. Ίσως το play station να ήταν και ο μοναδικός λόγος για να σταματήσει να ασχολείται ο Ανδρέας με τα παιχνίδια του καινούργιου γειτονόπουλου. Προς το παρόν φάνηκε να ησυχάζει και η μαμά, τουλάχιστον στο δικό της βασίλειο, την κουζίνα της. Ο Ανδρέας στο σαλόνι θρονιασμένος στον πενταθέσιο καναπέ μας όργωνε τις πίστες της οθόνης παίρνοντας μέρος σε αγώνα αυτοκινήτων, και κάνοντας τόσο θόρυβο που νόμιζες ότι το σαλόνι είχε μετατραπεί σε πίστα του ράλι Ακρόπολης συμπεριλαμβανομένου και του θορύβου, αλλά και της σκόνης που κάνουν τα αυτοκίνητα σε τέτοιους αγώνες. Τον ζούσε τον αγώνα ο Ανδρέας.
            Δεν τον βλέπω να βγάζει το τέταρτο του play station, σκέφτηκα για τον Ανδρέα, γιατί η φασαρία που έκανε τράνταζε όλο το σπίτι. Αργά ή γρήγορα η μαμά θα τον έστελνε στο δωμάτιό του, και εγώ θα έπρεπε να κάνω τον κοιμισμένο, για να μην μου φορτωθεί, ως συνήθως.
-         Ανδρέα, ακούστηκε η φωνή της μαμάς αυστηρή και εξουθενωμένη, τέλος το play station, είναι δέκα η ώρα κι αύριο έχεις σχολείο…
-         Μα, μαμά δεν πέρασε ακόμα το τέταρτο που μου είπες… άρχισε ο Ανδρέας με το γνωστό παράπονο.
-         Σε παρακαλώ, δεν θα το ξαναπώ, κλείσε το play station, πλύνε δόντια, καληνύχτα και όνειρα γλυκά, ξανάπε η μαμά, με αγέρωχο ύφος, το οποίο όμως παραδόξως έπιασε στον Ανδρέα. Διότι ο Ανδρέας αφού δεν μπορούσε να ταλαιπωρήσει άλλο τη μαμά είτε από την κουζίνα είτε από το σαλόνι, δεν ανησυχούσε θα έβρισκε στο δρόμο του άλλο θύμα να ταλαιπωρήσει… την αφεντιά μου!

Με θόρυβο έκλεισε ο Ανδρέας το play station, με θόρυβο ανέβηκε πάνω και με ακόμα περισσότερο θόρυβο έπλυνε τα δόντιά του. Είναι αποδεδειγμένο ότι όποτε ο Ανδρέας υπακούει τη μαμά την πληρώνει άλλος τη νύφη. Ποιος; Εγώ, ο μικρός δίδυμος αδελφός του Ανδρέα. Ναι, ο Ανδρέας θα ερχόταν κατευθείαν στο δωμάτιό μου, διότι για ύπνο δεν θα πήγαινε από τις δέκα. Ήταν πολύ νωρίς για αυτόν. Επιπλέον, κάθε βράδυ έρχεται στο δωμάτιό μου για να τσεκάρει τις ασκήσεις του από τα δικά μου τετράδια, να μου εκμαιεύσει κάποιο ανύπαρκτο σχολικό μυστικό, να με συγχύσει γενικότερα (είναι μοναδικός στο είδος αυτό ο Ανδρέας) και αφού καταφέρει να με συγχύσει αφού έχει σουφρώσει το τετράδιό μου πρώτα μετά φεύγει κύριος. Αυτός είναι ο Ανδρέας!

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια"- 9ο κεφάλαιο

Η μετακόμιση του αιώνα είχε φτάσει στο τέλος της, κι αφού κι εμείς από την πολλή παρακολούθηση είχαμε κουραστεί, χωρίς να έχουμε παίξει μπάλα, για πρώτη φορά στη ζωή μας από τότε που γνωριστήκαμε, δώσαμε ραντεβού για την επόμενη μέρα το πρωί, στις 7:30, ναι, ναι, καλά διαβάσατε, στις 7:30 το πρωί, γιατί η επόμενη μέρα ήταν Δευτέρα και όπως κάθε Δευτέρα εδώ και κάμποσα χρόνια εμείς τα παιδιά πάμε στο σχολείο. Έτσι, μετά από εκείνη την επεισοδιακή Κυριακή, δώσαμε ραντεβού την άλλη μέρα στο σπίτι του Γιάννη αυτή τη φορά κι όχι στης γιαγιάς του.
Στο δρόμο για το σπίτι μας όσο είχα καταπιεί εγώ τη γλώσσα μου καταχωνιασμένος στις σκέψεις μου  - ελάτε τώρα αντιλαμβάνεστε την αιτία, πόσα κορίτσια να αντέξει ένας δεκάχρονος – τόσο είχε πιάσει λογοδιάρροια τον Ανδρέα. Όχι ότι ήταν μεγάλη η απόσταση από το σπίτι του Γιάννη στο δικό μας, αλλά το στόμα του μεγάλου δίδυμου αδελφού μου δεν έλεγε να κλείσει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Ανδρέας επιθυμούσε να με βάλει με κάθε τρόπο στη συζήτηση.
-         «Είδες πόσα πολλά παιχνίδια;», μου είπε χοροπηδώντας σαν το κατσίκι γύρω μου. Τα είδες, πες μου ότι τα είδες, φώναζε καταχαρούμενος ο Ανδρέας.
-         Φυσικά και τα είδα Ανδρέα, τού απάντησα. Κι εγώ εκεί ήμουν. Όχι μόνο τα είδα, αλλά μάζεψα κιόλας μερικά από αυτά αν θυμάσαι καλά.
-         «Δεν ήταν καταπληκτικά παιχνίδια, Γιώργο;», με ξαναρώτησε ακόμα πιο αναψοκοκκινισμένος. Τα είδες πως γυάλιζαν;
-         Α, μπράβο καλέ Ανδρέα, παρατήρησες κι εσύ ότι ήταν τόσο γυαλισμένα, τόσο καθαρά ε, του είπα εγώ, νομίζοντας, εσφαλμένα όπως αποδείκτηκε στη συνέχεια, ότι και ο Γιώργος είχε κάνει τις ίδιες σκέψεις με μένα σχετικά με τα παιχνίδια.
-         Ναι, δεν είναι φοβερό να γίνουμε φίλοι με αυτό το παιδί. Να, είναι και κοντά τα σπίτια μας, κι αφού η αδελφή του είναι δέκα χρονών, ε, κι αυτό πρέπει να είναι κοντά στην ηλικία μας, έλεγε και ξανάλεγε ο Ανδρέας.
-         Ανδρέα, να σου θυμίσω, ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του μεταφορέα, δεν υπάρχει κανένας γιος αλλά μόνο κόρη.
-         Σιγά, μου είπε ο Ανδρέας, και που ξέρει αυτός, πόσα παιδιά έχει η οικογένεια που μετακομίζει;
-         Δεν ξέρω, ίσως, να τα είδαν όταν συσκεύαζαν τα πράγματά τους, σκέφτηκα φωνακτά εγώ.

-         Άσε μας βρε Γιώργο, μου είπε ο Ανδρέας, ποιο παιδί κάθεται και παρακολουθεί τη μετακόμιση του σπιτιού του. Όλα αυτά είναι τόσο βαρετά ειδικά για τα παιδιά της ηλικίας μας. Άλλωστε, αν το αγοράκι πήγε να χαιρετήσει κάποιον φίλο του ή τη γιαγιά του και τον παππού του, που να τον δει ο υπάλληλος της μεταφορικής, για πες μου σε παρακαλώ; Είχα μείνει άφωνος από τα λεγόμενα του Ανδρέα και από τη φωτιά που είχε πάρει ο εγκέφαλός του, γιατί οφείλω να ομολογήσω ότι ο συνειρμός του ήταν σωστός, μιας κι αυτό που έλεγε ο Ανδρέας είχε κάποια βάση. Πόσα παιδιά, δηλαδή, βρίσκονται μπροστά κατά τη διάρκεια μιας μετακόμισης; Εσείς ξέρετε πολλά; Δεν νομίζω! Γιατί και να θέλουν να είναι τα παιδιά μπροστά στη μετακόμιση, το σίγουρο είναι ότι δεν θέλουν οι μεγάλοι να είναι τα παιδιά παρόντα την ώρα που μεταφέρονται τα πράγματα από το σπίτι στο φορτηγό, για έναν και μοναδικό λόγο: να αποφεύγονται τα ατυχήματα και οι ζημιές από την πλευρά των παιδιών. Άσε που διευκολύνεται και το έργο των εργατών της μεταφορικής όταν δεν υπάρχουν παιδιά, μιας κι όλα κυλάνε πιο γρήγορα και πιο ομαλά. Ναι, νομίζω ότι η σκέψη του Ανδρέα ήταν σωστή, γι΄ αυτό κι εγώ το μόνο που ψέλλισα στον Ανδρέα ήταν ένα «Μπορείς και να ‘ χεις δίκιο». Άλλωστε, σκέφτηκα, αύριο είναι Δευτέρα οπότε αργά ή γρήγορα θα μάθουμε αν θα έχουμε συμμαθήτρια ή συμμαθητή. 

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια"- 8ο κεφάλαιο

Έμεινα κάγκελο για δύο σοβαρότατους λόγους: α) Άκου εκεί να κάνω εγώ παρέα με κορίτσι, και β) Αν υπήρχε στην οικογένεια ένα και μόνο κορίτσι, τι τα ήθελε τότε όλα αυτά τα αγορίστικα παιχνίδια, αναρωτήθηκα, αλλά δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, γιατί ήρθαν οι φασαριόζοι οι φίλοι μου.
-         Είδες όλα αυτά τα παιχνίδια: με ρώτησε ο Λουκάς με μάτια τόσο γυαλιστερά, που δεν τα είχα ξαναδεί έτσι ποτέ στη ζωή μου.
-         Τι έλεγες με τον εργάτη: με ρώτησε μετά, ποιος άλλος, ο μεγάλος δίδυμος αδελφός μου.
-         Ρώτησα να μάθω πόσο χρονών είναι το αγοράκι που παίζει με όλα αυτά τα παιχνίδια; είπα εγώ.
-         Γιατί καλέ; με ρώτησε ο Λουκάς.
-         Μα, φυσικά για να τον βάλουμε στην παρέα μας, ξαναείπα εγώ με σοβαρότητα.
-         Ε, ωραία, πόσο σου είπε ότι είναι; με ξαναρώτησε ο Ανδρέας.
-         Δεν είναι, απάντησα σκεπτικός.
-         Τι θα πει «δεν είναι;» μπήκε στη συζήτηση ο Γιάννης.
-         Θα πει, ότι δεν υπάρχει αγοράκι, απάντησα εγώ.
-         Δηλαδή, δεν κατάλαβα, είπε ο Γιάννης, είναι πιο μικρός ή πιο μεγάλος από εμάς; ξαναρώτησε με ανυπομονησία ο Γιάννης.
Τότε πήρα το επίσημο ύφος μου και τους ανακοίνωσα όσο πιο ξεκάθαρα μπορούσα:
-         Θα πει, Γιάννη, ότι, σύμφωνα με τον μεταφορέα, δεν υπάρχει κανένα αγοράκι, ούτε μικρότερο αλλά ούτε και μεγαλύτερο από εμάς. Αυτό θα πει! Κατάλαβες τώρα;
-         Θες να πεις, με ρώτησε ο Λουκάς, ότι υπάρχει μόνο το κοριτσάκι …
-         … το οποίο είναι κι αυτό δέκα χρονών, ακριβώς σαν εμάς, συμπλήρωσα εγώ.
-         … και το οποίο παίζει με όλα αυτά τα αγορίστικα παιχνίδια; ρώτησε ο Ανδρέας, χωρίς να καταλαβαίνει και πολλά πράγματα, όπως όλοι μας άλλωστε.
-         Ακριβώς όπως τα είπατε. Υπάρχει μόνο ένα κοριτσάκι, όπως είπε ο εργάτης, το οποίο είναι 10 χρονών, όπως κι εμείς και το οποίο παίζει εκτός και με αγορίστικα παιχνίδια, εκτός φυσικά από τα κοριτσίστικα, που όλοι μας είδαμε, είπα εγώ συνοψίζοντας όλες τις πληροφορίες. Στο σημείο αυτό μείναμε κοκκαλωμμένοι και κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον.
-         Πάντως, είπε διστακτικά ο Λουκάς, εγώ έχω μια ξαδέλφη τρία χρόνια πιο μικρή από εμένα και κάθε φορά που έρχεται στο σπίτι παίζουμε με τα δικά μου παιχνίδια που είναι αγορίστικα, γιατί δεν φέρνει δικά της παιχνίδια.
Αυτό ήταν κάτι που το ακούγαμε για πρώτη φορά από το στόμα του Λουκά. Ο Λουκάς, 11 χρονών αγόρι, αναγκάζεται να παίζει με κορίτσι, κι ας είναι ξαδέλφη του, εξαιρέσεις ο κανόνας δεν έχει. Άσχετο αν η ξαδέλφη του παίζει με τα παιχνίδια του Λουκά.
-         Δεν είναι το ίδιο, είπα στον Λουκά. Παίζει μαζί σου αναγκαστικά, γιατί δεν έχει δικά της παιχνίδια, και γιατί ξέρει ότι θα παίξει λίγη ώρα και μετά θα φύγει, θα πάει στο σπίτι της κι εκεί θα παίξει με τα δικά της παιχνίδια και θα συνέλθει από το παιχνίδι με τα δικά σου αγορίστικα παιχνίδια. Δεν είναι δικά της. Στο σπίτι της τι παιχνίδια έχει, ρώτησα, αγορίστικα ή κοριτσίστικα;
-          Κοριτσίστικα, είπε ο Λουκάς, χωρίς περιστροφές. Για πείτε μου, λοιπόν, σαΐνια μου, τώρα που λύσαμε το θέμα της ξαδέλφης του Λουκά, γιατί ένα κορίτσι να έχει τόσα πολλά αγορίστικα παιχνίδια; Ακούω ιδέες. Αφού τα σαΐνια σκέφτηκαν για μερικά δευτερόλεπτα μετά είπε αποφασιστικά ο Γιάννης.
-         Νομίζω, ότι έχει όλα αυτά τα αγορίστικα παιχνίδια για να μπορεί να καλεί και αγόρια φίλους της από το σχολείο.
Δεν ήταν άσχημη η σκέψη του Γιάννη, παρ’ όλο που ζήτησα περισσότερες διευκρινίσεις.
-         Να, συνέχισε ο Γιάννης, αφού το κοριτσάκι είναι 10 χρονών, σημαίνει ότι πηγαίνει σχολείο, και στο σχολείο, όπως όλοι ξέρουμε πάνε κι αγόρια αλλά και κορίτσια …
-         Μπράβο ρε Γιάννη, είπαν ο Ανδρέας με το Λουκά περιπαιχτικά. Συγχαρητήρια για την προχωρημένο σκέψη σου…
-         Άσε με να συνεχίσω, είπε ο Γιάννης. Εφόσον πάει σχολείο, έχει φίλους αγόρια και κορίτσια…
-         Παιδιά ζωγραφίζει ο Γιάννης σήμερα, είπε κοροϊδευτικά ο Λουκάς.
-         Μην τους ακούς Γιάννη, είπα εγώ, που άρχιζα να πιάνω τη σκέψη του.
-         Αφού, λοιπόν, στο σχολείο κάνει παρέα με κορίτσια και με αγόρια, έχει αγορίστικα παιχνίδια στο σπίτι της για να παίζουν με αυτά τα αγόρια συμμαθητές της, είπε τελικά ο Γιάννης.
-         … και με τα κοριτσίστικα παιχνίδια, συνέχισα εγώ
-         …. παίζει η ίδια με τις φίλες της, ολοκλήρωσε τη φράση μου ο Ανδρέας, μαντεύοντας σωστά τι ήθελα να πω, για πρώτη φορά στη ζωή του, και μιλάμε για δέκα ολόκληρα χρόνια.
-         Νομίζω, είπε ο Λουκάς, πρέπει να γίνουμε με αυτό το κοριτσάκι. Μην σαν πω ότι πρέπει να είμαστε οι μοναδικοί καλύτεροι φίλοι της.

Φυσικά, μόνο ο Λουκάς θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο, όχι για κανένα άλλο λόγο, μόνο και μόνο γιατί, μερικές φορές, είναι πολύ συμφεροντολόγος και μου τη δίνει. Αυτή, λοιπόν, ήταν μια από εκείνες τις φορές που δεν άντεξα, του το είπα. 

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια" - 7ο κεφάλαιο

… Αλλά, τα παιχνίδια που είχαμε πεταμένα μπροστά μας ήταν, αλήθεια σας λέω, ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ και ΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΤΑ!!! Ήμουν σίγουρος γι’ αυτό! Λαμποκοπούσαν, μύριζαν όπως μυρίζουν τα παιχνίδια όταν τα βγάζεις από το κουτί τους. Ναι, αυτή η μυρουδιά μου ερχόταν, την ξέρετε όλοι, μικροί – μεγάλοι αυτή τη μυρουδιά είναι η μυρωδιά του εργοστασίου, ή γνωστή μας … εργοστασίλα!!! Τα παιχνίδια που ήταν σκορπισμένα στο δρόμο μύτιζαν εργοστασίλα, που σημαίνει ότι το αγόρι αυτό δεν είχε παίξει ποτέ στη ζωή του με αυτά τα παιχνίδια. Βέβαια, μόνο εγώ πρόσεξα αυτή τη μυρωδιά, γιατί κανείς από τους άλλους τρεις δεν είχε προσέξει κάτι … διαφορετικό πάνω σε αυτά τα παιχνίδια. Αντιθέτως, οι φίλοι μου είχαν, ήδη, στρωθεί στο παιχνίδι … βοηθώντας τους εργάτες να τα μαζέψουν.
Έχοντας μαζέψει τα περισσότερα παιχνίδια, κι οι φίλοι μου κι οι εργάτες, εμένα με βασάνιζε ένα άλλο σημαντικό ερώτημα: Οι εργάτες είχαν ξεφορτώσει ένα κάρο έπιπλα και ένα κάρο πράγματα για το κοριτσίστικο δωμάτιο, το οποίος συμφωνούσε με τις υποψίες του Λουκά, αλλά και όλων μας ότι το καινούργιο γειτονόπουλο ήταν ΚΟΡΙΤΣΙ! Και μόνο η σκέψη μάς ανατρίχιαζε όλους, γιατί όλοι ξέρουμε ότι τα κορίτσια είναι περίεργα. Πάρτε παράδειγμα τη μαμά μου, όταν παίζουμε στο σαλόνι μάς φωνάζει να πάμε να παίξουμε στα δωμάτιά μας. Όταν παίζουμε τα δωμάτιά μας ξαναφωνάζει να παίζουμε ήσυχα! Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος τόσο ώριμος όσο είμαι εγώ για να καταλάβει ότι παιχνίδι και ησυχία δεν ταιριάζουν. Είναι δύο αντίθετες λέξεις. Η ησυχία ταιριάζει με το διάβασμα (εκτός φυσικά από την περίπτωση του Ανδρέα, που ούτε εκεί ταιριάζουν), αλλά ποιος παίζει ήσυχα. ΚΑΝΕΙΣ!!! Βέβαια, καλώς, ή κακώς, κάποια στιγμή, όπως λέει και η μαμά μου θα πρέπει να μάθουμε να συνυπάρχουμε ΚΑΙ με τα κορίτσια και, σύμφωνα πάντα με τη μαμά μου, σε λίγο καιρό θα κυνηγάμε τα κορίτσια από πίσω, αν είναι δυνατόν, τι σόι παιχνίδι είναι αυτό, να … τρέχουμε πίσω από τα κορίτσια, αν θέλουν ας παίξουν αυτά ποδόσφαιρό μαζί μας, σιγά μην παίξουμε εμείς κυνηγητό και κρυφτό μαζί τους. Μερικές φορές δεν την καταλαβαίνω τη μαμά μου, ειδικά σε αυτές τις κοριτσίστικες συζητήσεις που πάει να μας μπλέξει.
Μετά από όλα αυτά τα παιχνίδια, νομίζω ότι είχε έρθει η ώρα να βγάλουν και τα αγορίστικα έπιπλα από το φορτηγό, διότι μπορεί μέχρι εκείνη τη στιγμή να μην είχαμε δει αγορίστικα έπιπλα, αλλά τώρα με όλα αυτά τα παιχνίδια, ήταν αδιανόητο να μην υπάρχουν αγορίστικα έπιπλα για αγορίστικο παιδικό δωμάτιο. Έτσι, μετακινήθηκα λίγο πιο μπροστά για να βλέπω καλύτερα το πίσω μέρος του φορτηγού, κι αυτό που είδα δεν μου άρεσε καθόλου, μα καθόλου. Το φορτηγό είχε αδειάσει τελείως. Το πίσω μέρος του φορτηγού ήταν παντελώς άδειο, γιοκ, τίποτα, κενό. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τι είχε συμβεί. Μήπως είχαν βγάλει τα αγορίστικα έπιπλα κι εμείς δεν είχαμε δει τίποτα. Μα αυτό ήταν αδύνατο, γιατί, εγώ τουλάχιστον, όλη την ώρα ήμουν εκεί, δεν έστρεψε το κεφάλι μου προς κάποια άλλη κατεύθυνση ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Άρα που ήταν τα αγορίστικα έπιπλα; Και τελικά τι είχε συμβεί, μήπως αυτή η μετακόμιση είχε τελειώσει και θα ξαναερχόταν κάποια άλλη μέρα με τα υπόλοιπα πράγματα. Σίγουρα κάτι τέτοιο θα συνέβαινε, ήδη ήταν πολλά τα πράγματα, οπότε μάλλον θα υπήρχε και δεύτερο φορτηγό και τότε σε αυτό το δεύτερο φορτηγό θα βρίσκονταν τα αγορίστικα έπιπλα.
Αυτό, όμως, ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το ξέρω… όταν …
-         Ε, μικρέ, ακούστηκε μια φωνή, κάνε πιο πέρα, πρέπει να φύγουμε. Ήταν ένας από τους εργάτες, ο οποίος είχε κλείσει την πόρτα του φορτηγού κι ο οδηγός του ετοιμαζόταν να κάνει όπισθεν για να φύγει από την άλλη μεριά.
Ναι, ήμουν σίγουρος πια, η μετακόμιση του αιώνα είχε τελειώσει. Παραμέρισα, όσο μπορούσα και επειδή δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ ρώτησα τον εργάτη της μεταφορικής.
-         Μήπως ξέρετε το αγοράκι που έχει όλα αυτά τα παιχνίδια πόσο χρονών είναι;

-         Ποιο αγοράκι, μου είπε παραξενεμένος. Η οικογένεια έχει μόνο ένα κοριτσάκι σαν κι εσένα, περίπου στα 10. Είναι ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι, θα σου αρέσει. Μάλλον με αυτήν πρέπει να κάνεις παρέα, μου είπε και με άφησε … σύξυλο. 

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια" - 6ο κεφάλαιο

Ξαφνικά, την προσοχή μας την απέσπασε ένας εκκωφαντικός θόρυβος, που μας έσπασε τα τύμπανα των αυτιών μας. Ερχόταν από το φορτηγό της μεταφορικής κι αυτό που είδαμε μάς έκοψε την ανάσα. Όλος ο δρόμος είχε γεμίσει από παιχνίδια, από … αγορίστικα παιχνίδια!!! Όχι, δεν κάνω λάθος, ούτε με γελούν τα μάτια μου, ξέρω τι είδα. Όλος ο δρόμος μας, ο οποίος είναι πολύ φαρδύς, σαν πεζόδρομος μεγάλος να φανταστείτε, είχε γεμίσει με αγορίστικα παιχνίδια!!!
            Αυτό ήταν από τη μια πολύ περίεργο, από την άλλη, όμως, μάς έκανε και χαμογελάσαμε, γιατί βλέποντας όλα αυτά τα αγορίστικα παιχνίδια καταλάβαμε ότι η καινούργια οικογένεια εκτός από κόρη είχε κι έναν γιο.
- Είδες, μου είπε ο Λουκάς, υπάρχει κι αγόρι στην οικογένεια. Συν ένας, λοιπόν! Επιτέλους, θα έρθει η μέρα που, τουλάχιστον, σε ολόκληρο το σχολείο θα είμαστε περισσότερα τα αγόρια από τα κορίτσια, συνέχισε ο Λουκάς κατενθουσιασμένος.
Όλοι χαρήκανε, εκτός από εμένα, που ήμουν ακόμα μαγκωμένος, σκεφτικός και προσπαθούσα να θυμηθώ …
-         Τι σκέφτεσαι: διέκοψε τις σκέψεις μου ο Λουκάς,
-         Σκέφτομαι, του είπα, ότι είδα να μεταφέρουν ένα σωρό πράγματα για κοριτσίστικο δωμάτιο. Δεν είδα πουθενά αγορίστικο κρεβάτι, ή κάποιο μπλε κομοδίνο, ή μια βιβλιοθήκη με πράσινα ράφια (ναι, μην απορείτε, υπάρχουν συμμαθητές μας που τους αρέσουν οι βιβλιοθήκες με τα πράσινα ράφια, ειδικά αν είναι Παναθηναϊκοί!). «Μήπως είδατε εσείς παιδιά», ρώτησα τους υπόλοιπους, οι οποίοι, κι αυτοί, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, συνειδητοποίησαν, ότι, όντως, κανένα αγορίστικο έπιπλο δεν είχε βγει από το φορτηγό, το οποίο σημειωτέον με αυτό το κουτί ήταν παντελώς άδειο.
-         Καλά πως κάνετε έτσι, μπορεί τώρα να αρχίσουν να κατεβάζουν τα αγορίστικα έπιπλα. Τα αγορίστικα παιχνίδια θα πρέπει να μπουν σε αγορίστικο δωμάτιο, είπε ο Λουκάς, κοιτάζοντας το φορτηγό.
            Όση ώρα εμείς καθόμασταν αποσβολωμένοι κοιτάζοντας όλα αυτά τα παιχνίδια που κυλούσαν στο δρόμο προς όλες τις κατευθύνσεις, οι εργάτες είχαν πάρει ένα άλλο τεράστιο χαρτοκιβώτιο και μάζευαν τα παιχνίδια. Στα δέκα χρόνια της ζωής μου, και πιστέψτε με έχω δει και ζήσει πάρα πολλά, δεν είχα δει τόσα πολλά παιχνίδια. για την ακρίβεια δεν είχα δει τόσα πολλά αγορίστικα παιχνίδια. Αυτά τα παιχνίδια δεν γέμιζαν μόνο ένα παιδικό δωμάτιο, αλλά τρία τεράστια ολόκληρα διαμερίσματα σαν το «καταραμένο διαμέρισμα». Κι αναρωτιόμουν, πόσα παιδιά, πόσα αγόρια παίζουν με όλα αυτά τα παιχνίδια, γιατί ένα αγόρι, ακόμα κι αν παίζει από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς να πηγαίνει κάθε μέρα σχολείο, και χωρίς να έχει φίλους, χωρίς να κάνει τίποτα μα τίποτα άλλο, παρά μόνο να παίζει, θέλει δέκα ζωές!!!
Εδώ εμείς στο σπίτι που είμαστε δύο αγόρια δεν έχουμε τόσα πολλά παιχνίδια. Τώρα, όμως, είχε έρθει στη γειτονιά κάποιο αγόρι, που είχε περισσότερα παιχνίδια από τον αδελφό μου κι εμένα, τον Γιάννη, το Λουκά και όλα τα αγόρια του Δημοτικού μας. Αυτό ήταν αδιανόητο! (και όχι δεν ζηλεύω, απλά είναι πρωτάκουστο ένα και μόνο παιδί να έχει τόσα πολλά παιχνίδια, αυτό μόνο!). Δεν το χωρούσε ο νους μου, κι όπως έχετε καταλάβει δεν πρόκειται για έναν απλό νου, αλλά για ένα μοναδικό και φοβερό νου, όπως είναι ο δικός μου. Κι αυτό δεν το λέει μόνο η μαμά μου, η οποία με χαρακτηρίζει πιο ώριμο για την ηλικία μου, αλλά το παραδέχονται κι όλοι οι άλλοι, μέσα κι έξω από την οικογένεια, αλλά και μέσα κι έξω από το σχολείο.
-         Τι έχεις να πεις τώρα, μου λέει, ο κατά ενάμιση λεπτό μεγαλύτερος, αδελφός μου. Με τόσα αγορίστικα παιχνίδια, σίγουρα το ροζ – μωβ κορίτσι με τα τόσα πολλά κοριτσίστικα ροζ-μωβ πράγματα θα έχει κι αδελφό, εξυπνάκια, συνέχισε ο Ανδρέας. Εγώ δεν μίλησα. Κοίταζα τα παιχνίδια και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα ορμήσω, εκεί μέσα στη μέση του δρόμου, χωρίς να με πάρει κάποιος χαμπάρι, έτσι ώστε να αρπάξω όσα περισσότερα μπορούσα και μετά να τρέξω πάρα πολύ γρήγορα στο σπίτι, και να κλειστώ στο δωμάτιό μου και το μόνο που θα έκανα θα ήταν να παίζω με αυτά τα παιχνίδια. Γρήγορα, όμως, συνήλθα και κράτησα την ψυχραιμία μου.
Α, επίσης, ξέχασα να σας πω το πιο σημαντικό και το οποίο μού έκανε τρομερή εντύπωση και μάλλον ήμουν ο μοναδικός που το παρατήρησα: όλα μα όλα τα παιχνίδια, κι όχι μόνο τα παιχνίδια αλλά γενικότερα κι όλα τα πράγματα, ήταν σαν καινούργια, ή για να ακριβολογώ ήταν καινούργια. Κι αυτό το λέω γιατί ενώ όλα ήταν έξω, χωρίς κουτί, όλα μα όλα τα παιχνίδια γυάλιζαν, ήταν καθαρά και το σημαντικότερο δεν είχαν χαλάσει. Σαν να μην είχε παίξει κανείς μαζί τους μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δηλαδή, όλα αυτά τα παιχνίδια ήταν … αχρησιμοποίητα!!! Και έστυβα το κεφάλι μου για να σκεφτώ.

Να σκεφτώ τι κάνει ένα αγόρι στην ηλικία μου ή κοντά στην ηλικία μου, μιας κι όλα τα αγόρια μέχρι μιας ηλικίας συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Και πήρα για παράδειγμα όλα τα αγόρια που ξέρω κι είτε είμαστε φίλοι είτε όχι. Όλοι μα όλοι παίζουμε με τα παιχνίδια μας και το σημαντικότερο αυτά τα παιχνίδια χαλάνε πριν ακόμα χαρούμε το παιχνίδι μαζί τους. Όλοι μας το ίδιο κάνουμε. Παίζουμε με τα καινούργια παιχνίδια μας μέχρι τελικής πτώσεως. Τώρα πότε έρχεται η τελική πτώση αυτό εξαρτάται από πολλά πράγματα, όπως αν είναι χειμώνας κι έχουμε σχολείο, τότε τα παιχνίδια μας μπορεί να αντέξουν χωρίς να σπάσουν μέχρι και μια εβδομάδα. Όταν, όμως, δεν έχουμε σχολείο, είτε γιατί είναι Χριστούγεννα, είτε γιατί είναι Πάσχα, είτε γιατί βρισκόμαστε στο καλοκαιράκι, τότε τα παιχνίδια μας, ακόμα και τα πιο ανθεκτικά είναι ζήτημα αν θα βγάλουν δύο ή τρεις μέρες. Ίσως τρεις μέρες τώρα που μεγαλώσαμε κι είμαστε δέκα χρονών και πιάνουν κάπως τα χέρια μας. Κι αυτό, γιατί, όπως όλοι ξέρουμε πάρα πολύ καλά, με τα καινούργια παιχνίδια μας παίζουμε παντού και πάντα, ακόμα κι όταν ξεχαρβαλωθούν, ή βλέπουμε ότι έχουν ψιλοξεχαρβαλωθεί και δεν έχουν πολύ χρόνο ζωής ακόμα. Όμως, εμείς συνεχίζουμε να παίζουμε απτόητοι. Δεν μας ενοχλεί που έφυγε το χέρι του Τζι Αι Τζο, σιγά έχει το άλλο, κι αν φύγει κι αυτό, έχει και τα δύο πόδια του, για τέτοια πράγματα μιλάμε. Όμως, όταν διακρίνουμε ότι τα παιχνίδια μας επιτέλεσαν το βαρυσήμαντο ρόλο τους, τότε, ήρθε η πιο δύσκολη ώρα, ήρθε η ώρα για τα παιχνίδια μας να πάρουν … τιμητική σύνταξη. Προς Θεού, κανείς και ποτέ δεν πετάει τα χαλασμένα παιχνίδια του. Εγώ ποτέ δεν πετάω τα παιχνίδια μου, όταν έρθει η ώρα τους να πάρουν σύνταξη. Αντιθέτως, τα τοποθετώ ευλαβικά μέσα στο παιχνιδόκουτό μου το οποίο είναι από σκούρο μπαμπού με επένδυση, που μου έκανε η γιαγιά μου δώρο, όταν ήμουν ακόμα τριών χρονών (ο Ανδρέας έχει διαφορετικό παιχνιδόκουτο από το δικό μου, για την ακρίβεια, έχει τρία παιχνιδόκουτα, ενώ εγώ μόνο ένα (!), καταλαβαίνετε γιατί; Πολύ απλά, τα δικά του παιχνίδια «συνταξιοδοτούνται» πολύ πιο γρήγορα από τα δικά μου, εκτός αυτού εγώ τα τρία τελευταία χρόνια προτιμώ βιβλία για δώρο και όχι παιχνίδια, διότι μπορεί να γεννήθηκα δεύτερος, αλλά είμαι πιο ώριμος, τα είπαμε αυτά), προκειμένου να πάρουν τη δική τους ξεχωριστή θέση στην ιστορία των παιχνιδιών μου. Αλλά …

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια"- 5ο κεφάλαιο

Η μετακόμιση, στο μεταξύ, προχωρούσε κανονικά, κι εμείς αποφασίσαμε να κατέβουμε στο φαρδύ πεζοδρόμιο να παίξουμε μπάλα, ή να κάνουμε πως παίζουμε μπάλα. Στην πραγματικότητα αυτό που θέλαμε ήταν να ήμασταν πιο κοντά στη μυστηριώδη αυτή μετακόμιση! Γι’ αυτό κάτω στο πεζοδρόμιο μια κλωτσούσαμε τη μπάλα δέκα κλεφτές ματιές ρίχναμε στα πράγματα των καινούργιων γειτόνων. Βλέποντας τα πράγματα κάποιου, ο οποίος μετακομίζει, μπορείς να μάθεις πολλά πράγματα. Έτσι, κι εμείς. Κάναμε πως παίζαμε μπάλα, αλλά τα μάτια όλων μας ήταν στραμμένα στο φορτηγό, που μετά από τρεις ώρες μετακόμισης, ήταν ακόμα φίσκα. Και φυσικά δεν πρόκειται για κουτσομπολιό, ούτε για κατασκοπεία. Απλά θέλαμε να δούμε τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί οι καινούργιοι, γιατί κανείς άνθρωπος δεν είχε πατήσει το πόδι του σε εκείνο το διαμέρισμα. Από καθαρό ενδιαφέρον και μόνο (τώρα μου θυμίζω λίγο τη φιλενάδα της γιαγιάς μου την κυρά Δέσποινα που ξέρει όλα τα νέα της γειτονιάς μας και των πολυκατοικιών συμπεριλαμβανομένων από καθαρό ενδιαφέρον και μόνο, τίποτα άλλο, πιστέψτε με(!), έτσι λέει, γιατί πολύ απλά πρέπει να ξέρουμε ποιον έχουμε δίπλα μας, τίποτα άλλο!!!)
Όμως εκτός από το καθαρά ανθρώπινο ενδιαφέρον είχαμε και την περιέργεια για το τι είδους άνθρωποι μπορεί να ήταν οι καινούργιοι γείτονες: και, κυρίως, αν ήταν άνθρωποι αυτοί που θα έμεναν σε εκείνο το τρομακτικό διαμέρισμα, γιατί όποιος ήξερε την ιστορία του διαμερίσματος το πιο πιθανό ήταν να μην το νοίκιαζε ή να μην το αγόραζε. Και η μετακόμιση καλά κρατούσε, καθώς είχε φτάσει τις 5 συνεχόμενες ώρες! Και τι δεν είδαμε να μεταφέρουν οι εργάτες της μεταφορικής. Όσο περισσότερο προχωρούσε η ώρα, τόσο περισσότερα πράγματα έβγαιναν από το φορτηγό. Αρχικά, είδαμε μια τεραστίων διαστάσεων επαγγελματική ηλεκτρική κουζίνα, ένα το ίδιο τεράστιο επαγγελματικό ψυγείο, ένα θεόρατο τραπέζι κουζίνας, το οποίο παρακαλώ συνοδευόταν από δέκα καρέκλες (τόσες καρέκλες δεν έχει το τραπέζι της τραπεζαρίας μας, πόσο μάλλον το τραπέζι της κουζίνας μας, δεν συζητώ, φυσικά, για την κουζίνα και το ψυγείο…), και σχεδόν οι διπλάσιες για το τραπέζι της τραπεζαρίας, μετά έβγαλαν πέντε τηλεοράσεις τεράστιων διαστάσεων (εγώ που είμαι σε αυτά τζιμάνι, δεν ήξερα ότι υπάρχει τόσο μεγάλη τηλεόραση), φωτιστικά δαπέδου, πολυελαίους, τραπεζάκια, παρατραπεζάκια, τρία σετ κρεβατοκάμαρας με διπλό κρεββάτι κι ένα κοριτσίστικο κρεβάτι, με αντίστοιχη σιφονιέρα, γραφείο, καρέκλα και ό,τι άλλο έχει ένα παιδικό … κοριτσίστικο δωμάτιο. Εκεί ακριβώς ήταν που χάθηκε όλο μας το κέφι και σταματήσαμε να ταλαιπωρούμε και τη μπάλα μας.
- Κορίτσι είναι, είπε ο Ανδρέας και μας κοίταξε με ένα περίλυπο ύφος.
- Δυστυχώς, είπε ο Λουκάς με το ίδιο περίλυπο ύφος.
- Κρίμα, συμπλήρωσε ο Γιάννης, με έναν τόνο περισσότερο περίλυπου ύφους.
Εγώ δεν μίλησα, απλώς παρακολουθούσα. Εδώ και μια ώρα κατέβαζαν όλο κοριτσίστικα πράγματα. Πήξαμε στο ροζ, στο μωβ, στο ανοικτό μωβ, στο πιο ανοικτό μωβ, στο σκούρο μωβ, στο πιο σκούρο μωβ, στο πιο ροζ από το πρώτο ροζ. Ο Γιάννης σαν να διάβασε τη σκέψη μου είπε:
-         Πόσες αποχρώσεις έχει επιτέλους αυτό το ροζ και το μωβ; Ζαλίστηκα!
-         Που να ξέρουμε, βρε Γιάννη, του απάντησα. Τα κοριτσίστικα χρώματα έχουν άπειρες αποχρώσεις, για να μπορεί κάθε κορίτσι να διαλέγει τη δική της μοναδική απόχρωση.
Βέβαια, στην περίπτωση αυτή, νομίζω ότι το συγκεκριμένο κορίτσι πρέπει να είχε διαλέξει όλες μα όλες τις αποχρώσεις όλων μα όλων των κοριτσίστικων χρωμάτων που υπάρχουν σε αυτό τον κόσμο.
-         Α, πα, πα, είπε ο Ανδρέας, ναυτία έχω από όλο αυτό το ροζ, το σκούρο, το ανοικτό, το πιο σκούρο ανοικτό … Γιάννη έχει μείνει κανένα κουλουράκι … ή τα έφαγε όλα ο Λουκάς κι εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι του Γιάννη, να πνίξει τον πόνο του στα κουλουράκια της κυρά – Μαριγώς.
-         Τα κορίτσια, τελικά, υπάρχουν παντού, είπε ο Λουκάς, ο οποίος τώρα κλωτσούσε … καθιστός τη μπάλα χαζεύοντας το φορτηγό.
Είχε χάσει κι αυτός το κέφι του, ήταν φανερό. Εδώ που τα λέμε δεν είχε κι άδικο. Και στη δική μας τάξη τα κορίτσια είναι πολύ περισσότερα από τα αγόρια. Για να μιλήσουμε με αριθμούς, τα κορίτσια στην τάξη μας είναι 22 κι εμείς τα αγόρια μόνο 5, και ο πέμπτος ήταν ο Γιάννης, ο οποίος ήρθε πέρσι. Δηλαδή, από πέρσι ήμασταν μόνο πέντε αγόρια σε μια ολόκληρη τάξη. Πώς να το χαρακτηρίσω αυτό, ούτε εγώ ξέρω. Βέβαια, μέχρι πρόπερσι ήμασταν τέσσερα αγόρια αλλά τα κορίτσια εκεί ακατέβατα, στο 22. Κάποια στιγμή έφυγαν δύο κορίτσια, ήρθαν δυο καινούργια, μπας και μειωθούν και δεν ξέρουν τι να κάνουν (τι να πούμε κι εμείς, που ήμασταν τέσσερις και πάλι τέσσερις!). Λες και όσα κορίτσια έφευγαν έστελναν τις αντικαταστάτριές τους, αφού πολλές φορές μου πέρασε από το μυαλό ότι είχαν συνεννοηθεί τα κορίτσια που έφευγαν με αυτά που ερχόντουσαν. Μην σας περιγράψω πόσα ροζ-μωβ λουλουδάκια έχει η τάξη μας, ακόμα κι οι παπαρούνες αντί για κόκκινες έγιναν μωβ για να ταιριάζουν με τα υπόλοιπα χρώματα της τάξης. Το αποκορύφωμα όλων: Φέτος δεν μας κάνει μάθημα ο κύριος Πέτρος, αλλά η κυρία Χριστίνα. Κορίτσι, δηλαδή, κι αυτή. Άντε να βγάλουμε άκρη. Και μην με ρωτήσετε που πήγαν όλα τα αγόρια. Ούτε που ξέρω. Εντάξει κάποια έφυγαν για να πάνε με τους γονείς τους στο εξωτερικό, για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη, έτσι μας είπαν. Αλλά δεν ήρθε ούτε ένα αγόρι, μα καλά, μόνο τα αγόρια φεύγουν από αυτό το σχολείο. τα κορίτσια φεύγουν και ξαναέρχονται κορίτσια, τα αγόρια φεύγουν και αντί να έρθουν αγόρια, δεν έρχεται κανένα καινούργιο παιδί, ή αν έρθει τότε αυτό είναι πάλι… κορίτσι. Άδικη είναι η μοίρα του σχολείου μας, που γυναικοκρατείται. Κι όπως καταλαβαίνεται αυτό, βέβαια, δεν ήταν ένα πρόβλημα που το αντιμετώπιζε μόνο η δική μας τάξη, αλλά κι άλλα τμήματα του σχολείου μας είχαν υπερβολικό αριθμό κοριτσιών. Γι’ αυτό στα διαλείμματα, όλα τα αγόρια ανά δύο τάξεις παίζαμε μαζί, γιατί δεν γινόταν διαφορετικά. Ουφ αυτά τα κορίτσια είναι πολύ κουραστικά και δεν χρειάζεται να σας πω κάτι παραπάνω.

Και η κάθοδος του ροζ-μωβ από το φορτηγό συνεχιζόταν με κανονικούς προς έντονους ρυθμούς. Τι χαρά άλλο ένα κορίτσι για να γίνουν ακόμα πιο πολλές… στο δικό μας σχολείο. Ήθελα να ‘ξερα τι είχε  το δικό μας σχολείο και τους άρεσε τόσο πολύ, άλλα σχολεία δεν υπήρχαν να πάνε όλα αυτά τα κορίτσια; Γιατί κοντός ψαλμός, από Δευτέρα άλλο ένα καινούργιο κορίτσι θα ερχόταν στο σχολείο μας, γιατί που θα πήγαινε αυτό, το δικό μας σχολείο μαζεύει όλα τα κορίτσια, σιγά μην βρει αλλού καλύτερα για να πάει ...

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια"- 4ο κεφάλαιο

Βέβαια, και το σπίτι στο οποίο μετέφεραν τα έπιπλα είναι από τα πιο μεγάλα διαμερίσματα της γειτονιάς μας, όπως είχαμε μάθει σε άσχετο χρόνο από τη γιαγιά του Γιάννη. Επρόκειτο για ένα διαμέρισμα στην καινούργια πολυκατοικία, (τρόπος του λέγειν καινούργια, η πολυκατοικία αυτή υπάρχει στη γειτονιά σχεδόν δέκα χρόνια, αλλά τη χαρακτηρίζω καινούργια σε σχέση με τα υπόλοιπα σπίτια της γειτονιάς, όπου όλα είναι μονοκατοικίες παλιές της εποχής του 1970, όπως είναι το σπίτι του Γιάννη, του Λουκά, αλλά και το δικό μου. Οι περισσότερες πολυκατοικίες στη γειτονιά μας κτίστηκαν στη δυτική πλευρά από το σπίτι του Γιάννη και πρώτη και καλύτερη φιγουράρει αυτή, στην οποία γινόταν η μετακόμιση και η οποία είναι η πιο μεγάλη και η πιο μπροστινή, και, μάλιστα, έχει χώρο για πάρκινγκ, στα δεξιά της, στα αριστερά της αλλά και στο υπόγειο, όπως επίσης διαθέτει ένα πολύ μεγάλο κήπο μπροστά και πίσω, με χώρους για τα παιδιά, άσχετο τώρα που σε εκείνη την πολυκατοικία δεν υπήρχε κανένα παιδί για να κατοικεί, γιατί ήταν λέει πολύ ακριβά τα ενοίκια ή να αγοράσει κάποιος σπίτι, και εκτός αυτού όποιος νοίκιαζε δεν ήθελε παιδιά. Περίεργοι άνθρωποι, γενικότερα, ήταν οι ένοικοι αυτής της μεγάλης πολυκατοικίας. Όπως περίεργη ήταν και η ιστορία που μας είχε διηγηθεί για το συγκεκριμένο διαμέρισμα η κυρά – Μαριγώ, η γιαγιά του Γιάννη.
            Ο εργολάβος που είχε αναλάβει το κτίσιμο της πολυκατοικίας ήταν μεγάλος και τρανός, με πολλά πλούτη και πολλές άλλες πολυκατοικίες, όλες το ίδιο μεγάλες, περίπλοκες και ακριβές. Όμως, αυτήν την πολυκατοικία την είχε προσέξει ιδιαίτερα, γιατί μόνο σε αυτήν ετοίμαζε το διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου για τη μοναχοκόρη του, η οποία θα παντρευόταν, μόλις ολοκληρωνόταν το διαμέρισμα. Και τι δεν είχε μέσα αυτό το διαμέρισμα, ήταν σαν μια μονοκατοικία σε πολυκατοικία, αφού το διαμέρισμα απλωνόταν σε δύο και μισό ορόφους (μη με ρωτάτε δεν ξέρω κι εγώ τι είναι αυτό, όπως τα άκουσα σας τα μεταφέρω). Κάθε όροφος ήταν ένα μικρό παλάτι. Όλα τα είχε προβλέψει ο συγκεκριμένος εργολάβος. Το σπίτι, εκτός από παλάτι, ήταν, όμως, κι ένα μικρό φρούριο. Τίποτα και κανείς δεν υπήρχε περίπτωση να διαταράξει τη γαλήνη και την ηρεμία του ιδιοκτήτη του. Το μόνο που έμενε ήταν να ολοκληρωθεί η πολυκατοικία, να γίνει ο γάμος και να ζήσει το ζευγάρι, δηλαδή η κόρη του με τον άνδρα της και αργότερα με τα παιδιά τους ευτυχισμένοι εκεί μέσα.
Πράγματι, η πολυκατοικία τελείωσε, τα διαμερίσματα είτε πουλήθηκαν είτε νοικιάστηκαν σχεδόν αμέσως, κι αυτό παρόλο που ήταν πανάκριβα, όλα, όμως, ήταν πολύ καλοφτιαγμένα, από πρώτης ποιότητας υλικά, σπάνιο πράγμα για την εποχή εκείνη, που δεν έμεινε ούτε ένα απούλητο ή άδειο. Όλοι είχαν να το λένε για την πολυκατοικία και την κατασκευή της, η οποία αποτελούσε κόσμημα για την περιοχή. Κι άλλοι εργολάβοι προσπάθησαν να την αντιγράψουν αλλά δεν τα κατάφεραν, με αποτέλεσμα για να μην μείνουν άδεια διαμερίσματα είτε να ρίξουν τις τιμές της πώλησης είτε του ενοικίου.
Όμως, η ιστορία του διαμερίσματος αυτού δεν τελειώνει εδώ. Με το που τελείωσε όλη η πολυκατοικία και είχαν αρχίσει να εγκαθίσταται οι πρώτοι ένοικοι και ιδιοκτήτες, το διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο, πανέτοιμο κι αυτό, περίμενε  να δεκτεί τους καινούργιους του ενοίκους, το νιόπαντρο ζευγάρι, το οποίο θα έμπαινε στο σπίτι μετά τον ερχομό του από το μήνα του μέλιτος. Ο γάμος έγινε με όλες τις τιμές και το ζευγάρι έφυγε, αμέσως, για το ταξίδι του μέλιτος, από το οποίο, όμως, δεν γύρισε ποτέ. Οι νιόπαντροι ήταν ανάμεσα στα θύματα του φοβερού σεισμού που έγινε στη Τυνησία το 1004 και πνίγηκαν από το τσουνάμι που ακολούθησε. Η μητέρα της κοπέλας, όταν ήρθε η νεκρή μοναχοκόρη της στο αεροδρόμιο δεν άντεξε τον πόνο και πέθανε κι αυτή. Τις έθαψε ο εργολάβος και τις δύο δίπλα - δίπλα. Η οδύνη και ο πόνος του δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια, έλεγε η κυρα – Μαριγώ, που είχε πάει τότε στην κηδεία. Η μεγαλύτερη τραγωδία, όμως, έμελλε να γραφτεί με το άντρα της κοπέλας, ο οποίος δεν βρέθηκε ποτέ από τότε, ούτε το πτώμα του. Η κυρά – Μαριγώ δεν μπορούσε να περιγράψει πως νοιώθει μια μάνα που δεν πρόκειται να ξαναδεί το παιδί της ούτε ζωντανό, αλλά ούτε και πεθαμένο. Τι να πεις σε αυτή την γυναίκα, η οποία, είχε εμφανιστεί στην κηδεία της νύφης της και την είχε αποχαιρετίσει με όλες τις τιμές. Όμως, από εκείνη την ημέρα οι δυο συμπέθεροι ψυχράνθηκαν και από τότε δεν έχουν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα. Το σπίτι που περίμενε τους νιόπαντρους δεν κατοικήθηκε ποτέ ούτε από το νιόπαντρο ζευγάρι, αλλά ούτε κι από κανέναν άλλο. Περίεργο αυτό, γιατί ήταν το καλύτερο, το πιο πλούσιο και μάλιστα ο πατέρας της νύφης κάποια στιγμή το έδινε κάτω από την πραγματική του αξία, γιατί δεν είχε ο καημένος καθόλου καλές αναμνήσεις από αυτό. Όμως, μάταια, κόσμος έμπαινε το έβλεπε και μετά ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Δεν έλεγαν ούτε αν τους άρεσε ούτε αν δεν τους άρεσε. Τίποτα απολύτως. Μια νεκρική σιωπή απλωνόταν σε ολόκληρο τον όροφο.
Η γιαγιά του Γιάννη έμαθε από κάποια κοινή γνωστή κυρία ότι η μητέρα του γαμπρού καταράστηκε το διαμέρισμα. Η γιαγιά του Γιάννη, η κυρία Μαριγώ, παρ’ όλο που είναι γιαγιά, και ξέρετε πώς είναι οι γιαγιάδες, δεν τα πολυπιστεύει αυτά. Είναι μια μοντέρνα γιαγιά, αλλά είχε να το λέει: το διαμέρισμα τόσα χρόνια δεν έχει σταυρώσει ούτε νοικάρη ούτε αγοραστή και πάνε σχεδόν δέκα χρόνια. Παρ’ όλο που, είναι αλήθεια, ο μπάρμπα - Νίκος έχει ρίξει την τιμή του πάρα πολύ, κάτω από το μισό και ακόμη παρακάτω, γιατί δεν το ήθελε πια ούτε κι ο ίδιος, τελικά σταμάτησε να ασχολείται και το άφησε να μαραζώνει κλειστό όλα αυτά τα χρόνια. Καταλαβαίνετε, τώρα, γιατί έκανε σε όλους μας εντύπωση η σημερινή μετακόμιση, ειδικά σε όποιον γνωρίζει την ιστορία του καταραμένου διαμερίσματος της μεγάλης πολυκατοικίας.
            Όταν ακούσαμε αυτή την ιστορία, στην αρχή είχαμε συγκλονιστεί όλοι. Εγώ δεν την πολυπίστεψα, αλλά μου την επιβεβαίωσε κι η δική μου η γιαγιά με πιο ζοφερές λεπτομέρειες. Αντιληφθήκατε, λοιπόν, γιατί έξαψε την περιέργειά μας το γεγονός ότι η μεταφορική πήγαινε τα έπιπλα και όλα αυτά τα πράγματα σε εκείνο το διαμέρισμα. Και, κυρίως, το γεγονός ότι κανείς από όλους όσους ξέραμε στη γειτονιά δεν είχαν ιδέα για τη μετακόμιση μέχρι το πρωί εκείνης της Κυριακής. Γιατί εκτός από εμάς κι άλλα μπαλκόνια είχαν βγει και χάζευαν τα πήγαινελα. Άραγε, οι καινούργιοι ενοικιαστές γνώριζαν την τρομερή ιστορία του διαμερίσματος; Κι αν τη γνώριζαν πως νοίκιασαν αυτό το διαμέρισμα; Θέλω να πω δεν φοβούνται τις κατάρες της μάνας του γαμπρού; Φυσικά, εγώ αλλά και η παρέα μου δεν τα πολυπιστεύει αυτά τα πράγματα, γιατί το διαμέρισμα μια χαρά διαμέρισμα ήταν και είναι, αφού ούτε ακούγονται περίεργοι ήχοι, ή φωνές όπως γίνεται σε άλλα στοιχειωμένα σπίτια. Το θέμα, όμως, είναι ότι μια τέτοια ιστορία δεν σε αφήνει ασυγκίνητο, ειδικά αν έχει σκοπό να κατοικήσεις μέσα σε ένα μέρος με μια τόσο συγκλονιστική ιστορία, όσο θαρραλέος κι αν είσαι, όπως και να το κάνουμε, είσαι και λίγο σκεπτικός. Δεν βλάπτει … 

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

25η ΜΑΡΤΙΟΥ: ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΕΟΡΤΗ

Σήμερα, στους Παραμυθούληδες, θα κάνουμε μια αναφορά στην 25η Μαρτίου, ημέρα κατά την οποία εορτάζει και η Εκκλησία μας αλλά και το Έθνος μας, αποδεικνύοντας ότι η Εκκλησία και ο Ελληνικός Λαός είναι δύο μεγέθη άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ως θρησκευτική εορτή, την 25η Μαρτίου, Άγγελος Κυρίου κατέβηκε στην Παναγία για να της μεταφέρει το χαρμόσυνο μήνυμα ότι θα φέρει στον κόσμο τον Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σημαντικότατη εορτή για την Εκκλησία μας μιας και με το χαρμόσυνο αυτό μήνυμα δίνεται από τον Θεό η υπόσχεση για τη σωτηρία του ανθρώπου επί Γης. Μια υπόσχεση πιο δυνατή και από το ουράνιο τόξο, το οποίο εμφανίστηκε μετά τον κατακλυσμό του Νώε, με το οποίο ο Θεός επισφράγισε την υπόσχεσή του ότι δεν θα καταστρέψει άλλη φορά το ανθρώπινο γένος.
Εκτός, όμως, από μεγάλη θρησκευτική εορτή η 25η Μαρτίου είναι και μεγάλη εθνική εορτή, κατά την οποία ξεκίνησε στην Πελοπόννησο η ελληνική επανάσταση εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Οι Τούρκοι καταδυνάστευαν τους Έλληνες για 400 χρόνια. Χρόνια δύσκολα και οικονομικά αλλά και κοινωνικά, καθώς επί 4 συνεχείς αιώνες οι Έλληνες κατάφεραν να διατηρήσουν αλώβητο το ελληνικό ύφος και ήθος τους βοηθούμενοι αρκετά από την Εκκλησία. Σε όλους μας είναι γνωστό το «Κρυφό Σχολειό», στο οποίο με κίνδυνο της ζωής τους ιερείς αλλά και μαθητευόμενοι μάθαιναν γραφή και ανάγνωση από εκκλησιαστικά βιβλία, καθώς ο Τούρκος κατακτητής είχε απαγορεύσει τη διδασκαλία στα Ελληνόπουλα με οποιονδήποτε τρόπο. Επειδή, όμως, ο Έλληνας είναι γνωστός για το δαιμόνιό του, βρήκε τη λύση και τα εκκλησιαστικά βιβλία έδωσαν τη θέση τους στα σχολικά βιβλία και κράτησαν υψηλό το φρόνημα των Ελλήνων παιδιών.
Η 25η Μαρτίου, λοιπόν, τιμάται σε όλη την Ελλάδα με μαθητικές παρελάσεις στους κατά τόπους δήμους, αλλά και με τη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, η οποία λαμβάνει χώρα στην Αθήνα ανήμερα της επετείου. Είναι όμως και μια ευκαιρία για τα πιο μικρά παιδάκια μας να μάθουν έστω και αυτά που μπορούν να χωρέσουν στο μυαλουδάκι τους, όπως είναι τραγουδάκια και ποιηματάκια για αυτήν την ημέρα. Πασίγνωστο είναι το:
«Ως πότε παλλικάρια
θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια
στις ράχες, στα βουνά;»
ποιηματάκι, το οποίο έμαθε με την πρώτη ολόκληρη η τάξη του προνήπιου, στο οποίο πάει η μικρή μου κόρη και το λέει, όλο περηφάνια, κουνώντας τα χεράκια της και φωνάζοντας με όλη της τη δύναμη από την Παρασκευή που τους το έμαθε η δασκάλα τους.
            Επίσης, ο εορτασμός της 25η Μαρτίου δίνει πολλές ευκαιρίες στα παιδάκια αυτής της ηλικίας να χρωματίσουν τους ήρωες της Επανάστασης, ή την εικόνα όπου Άγγελος Κυρίου δίνει το κρίνο στην Παναγία, να φτιάξουν σημαίες, τσολιαδάκια, να τους διαβάσει η δασκάλα τους ωραία διηγήματα, όπως «Τα Ελληνάκια» της Ευγενίας Φακίνου, να πρωταγωνιστήσουν στη δική τους μοναδική θεατρική παράσταση.
            Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε και δύο λόγια για την ιστορία της Ελληνικής Σημαίας μας, τα οποία σίγουρα όλοι γνωρίζουμε αλλά και πολύ εύκολα ξεχνάμε. Η σημαία μας, λοιπόν, αποτελείται από εννέα ισοπαχείς οριζόντιες λευκές και γαλάζιες γραμμές ενναλάξ μεταξύ τους. Στο πάνω προσίστιο μέρος της σημαίας υπάρχει ένα γαλάζιο τετράγωνο με έναν λευκό σταυρό. Οι εννέα παράλληλες λωρίδες αντιστοιχούν σε κάθε ένα γράμμα της λέξης «ελευθερία» και συνολικά είναι τόσες όσες και οι συλλαβές του «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ»! Ο σταυρός συμβολίζει την επίσημη θρησκεία της χώρας μας, τον χριστιανισμό.
            Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν σημαίες ή λάβαρα στην Βυζαντινή αυτοκρατορία από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σημαίες με το σύμβολο του σταυρού υπήρχαν, ήδη, από τη μεταβυζαντινή εποχή. Στα δημοτικά τραγούδια του 17ου και 18ου αιώνα απαντούν τα φλάμπουρα, στα οποία υπήρχε ο σταυρός και άλλα θρησκευτικά σύμβολα. Σημαία με λευκό σταυρό σε μπλε φόντο χρησιμοποιήθηκε στην εξέγερση της Μακεδονίας το 1807. Αυτή η σημαία ευλογήθηκε και υψώθηκε στη Μονή της Ευαγγελίστριας στη Σκιάθο, όπου ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη, Μιαούλη, Παπαθύμιο Βλαχάβα, Γιάννη Σταθά, Νικοτσάρα, Επιφάνιο – Σέργιο Δημητριάδη και πολλούς άλλους, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στο νησί για να οργανωθούν και να σχεδιάσουν τις κινήσεις τους. Παραλλαγή αυτής της σημαίας ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, η οποία ήταν φτιαγμένη από το εσωτερικό του ράσου του, που ήταν μπλε και τη φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του. Σημαίες με σταυρό χρησιμοποιήθηκαν από τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης του 1821.
            Η Α’ Εθνοσυνέλευση, η οποία έλαβε χώρα στην Επίδαυρο, επικύρωσε τα χρώματα – γαλάζιο και λευκό – της σημαίας και ανέθεσε στο Εκτελεστικό Σώμα να καθορίσει τη μορφή της. Οι Έλληνες εκείνης της εποχής δεν ήθελαν ούτε το κόκκινο, ούτε το πράσινο, χρώματα τα οποία χρησιμοποιούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η επιλογή του γαλάζιου και του λευκού έγινε για δυο λόγους, καθώς το γαλάζιο συμβολίζει το γαλάζιο χρώμα του Αιγαίου και το λευκό τον κυματισμό της αιγαιοπελαγίτικης θάλασσας.
            Στις 15 Μαρτίου 1822 με την απόφαση 540 του Εκτελεστικού Σώματος, υπογεγραμμένη από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο εκδόθηκε το διάταγμα το οποίο όριζε για τις σημαίες ότι: «α)των μεν κατά γην δυνάμεων η σημαία, σχήματος τετραγώνου, θα είχεν εμαβδόν κυανούν, το οποίο θα διηρήτο εις τέσσαρα ίσα τμήματα από άκρων έως άκρων του εμβαδού, β) η δε κατά θάλασσαν σημαία θα ήτο διττή μια δια τα πολεμικά και άλλη δια τα εμπορικά πλοία. Και της μεν δια τα πολεμικά πλοία το εμβαδόν θα διηρήτο ες εννέα οριζόντια παραλληλόγραμμα, παραμειβομένων εις αυτά των χρωμάτων λευκού και κυανού, εις την άνω δε προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο τετράγωνον κυανόχρουν, διηρημένον εν τω μέσω δι’ ενός σταυρού λευκοχρόου. Της δε διά τα εμπορικά πλοία διωρισμένης το εμβαδό θα ήτο κυανούν εις την άνω προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο ωσαύτως τετράγωνον λευκόχρουν και διηρημένον εν τω μέσω δι΄ενός σταυρού κυανοχρόου»
            Επί εποχής Όθωνα στη σημαία του Στρατού Ξηράς αλλά και του Πολεμικού Ναυτικού προστέθηκαν τα βασιλικά παράσημα. Η εμπορική σημαία της εποχής καθορίστηκε να είναι η σημαία του Πολεμικού Ναυτικού χωρίς τα βασιλικά παράσημα. Την εποχή εκείνη το γαλάζιο χρώμα σκούρηνε λίγο για να ταυτίζεται με τα χρώματα της Βαυαρίας, τόπο καταγωγής του Όθωνα. Το 1862, με την κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα, αφαιρέθηκαν από τις σημαίες τα βασιλικά παράσημα. Επί Γεωργίου Α΄ προστέθηκε στις σημαίες του Στρατού Ξηράς αλλά και του Πολεμικού Ναυτικού το βασιλικό στέμμα. Το 1864 ορίστηκε η σημαία του Πεζικού να φέρει στο κέντρο της την εικόνα του Αγίου  Γεωργίου, ο οποίος ήταν προστάτης του.
            Στις 31 Μαΐου 1914 ορίστηκε η σημαία, η οποία θα χρησιμοποιείται στα υπουργεία, στις πρεσβείες, τις δημόσιες υπηρεσίες. Το διάταγμα αυτό όριζε ότι η εθνική σημαία θα είναι η σημαία του Εμπορικού Ναυτικού, και αυτή τη σημαία επιτρέπεται να υψώνουν οι ιδιώτες. Στις 20 Φεβρουαρίου 1930 νέο διάταγμα όριζε τη μορφή της σημαίας: «κυανούν ορθογώνιο, με αναλογίες διαστάσεων επίσης 2:3, το οποίο διαιρείται σε τέσσερα ίσα ορθογώνια δι΄ορθίου λευκού σταυρού, του οποίου αι κεραία έχουσι πλάτος ίσον προς το 1/5 του πλάτους της σημαίας», κι αυτή η σημαία ορίστηκε να υψώνεται στα υπουργεία, τις πρεσβείες, τις δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και άλλες υπηρεσίες της εποχής.
            Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι η Ελληνική Σημαία άλλαξε πολλές φορές τα δεδομένα και τα μεγέθη της, ποτέ όμως δεν υστέρησε σε ομορφιά και σθένος. Έτσι ανάμεσα στις πιο σημαντικές αλλαγές της οφείλουμε να αναφέρουμε το ότι το 1967 η Χούντα των Συνταγματαρχών αφαίρεσε το στέμμα, το 1969 με νέο ψήφισμα καταργήθηκε η σημαία του Πεζικού και καθιερώθηκε ως επίσημη σημαία εκείνη του Ναυτικού, το 1970 μετατράπηκε η αναλογία της σημαίας από 2:3 σε 7:12 για να επανέλθει και πάλι το 1978 με Νόμο (851/1978) στο οποίο οριζόταν ως επίσημη εθνική σημαία, η σημαία η οποία χρησιμοποιείται και σήμερα. Τέλος, το 1980 με Προεδρικό Διάταγμα καθορίστηκαν οι προδιαγραφές για τις πολεμικές σημαίες με πολύ λεπτομερή τρόπο. Η σημαία της Πολεμικής Αεροπορίας φέρει στο κέντρο του σταυρού την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ως προστάτη Αγίου αυτής. Η Ελληνική Σημαία, γιορτάζει, επισήμως, στις 27 Οκτωβρίου, παραμονή της επετείου του Όχι.

Καλή 25η Μαρτίου σε όλους
Και όσοι έχετε παιδάκια που συμμετέχουν σε παρέλαση

να τα χαίρεστε και να τα καμαρώνετε!!!

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια"- 3ο κεφάλαιο

Όπως σας είπα, ήδη, (ελπίζω να με παρακολουθείτε με προσοχή, γιατί ό,τι γράφω έχει αντίκτυπο στην ιστορίας μας) η γειτονιά μας δεν είναι μια μικρή γειτονιά, αλλά μια μεγάλη γειτονιά, η οποία πολλές φορές μοιάζει με μια πάρα μα πάρα πολύ μεγάλη οικογένεια. Γι’ αυτό, εκείνο το πρωινό της Κυριακής, μετά την Εκκλησία, που βρισκόμασταν στο σπίτι του Γιάννη, μάς έκανε εντύπωση η εμφάνιση ενός τεράστιου φορτηγού μεταφορικής εταιρίας. Η γιαγιά του Γιάννη μάς είχε φέρει ένα ξύλινο δίσκο γεμάτο γλυκίσματα, σνακς, φτιαχτική λεμονάδα και βυσσινάδα, φτιαχτική κι αυτή (όχι από τις άλλες που πρέπει να βάλεις όλη τη λίμνη του Μαραθώνα για να αραιώσει και στο τέλος να πιεις ό,τι έχει περισσέψει από την ίδια λίμνη για να ξεδιψάσεις), όταν ακούσαμε θόρυβο, φασαρία, κορναρίσματα και βγήκαμε στο μπαλκόνι, για να δούμε, από πρώτο χέρι, τι συμβαίνει.
            Το μπαλκόνι του σπιτιού του Γιάννη μπορεί να μην είναι πολύ φαρδύ (την εποχή που κτίστηκε το σπίτι τα μπαλκόνια δεν τα έφτιαχναν και πολύ φαρδιά, όπως είναι τώρα στις καινούργιες πολυκατοικίες) για να παίξεις μπάσκετ, ας πούμε, αλλά αγκαλιάζει το σπίτι γύρω – γύρω. Αυτός είναι, κυρίως, κι ο λόγος που το προτιμάμε (εκτός, βέβαια, από τα πεντανόστιμα κουλουράκι ή κέικ σοκολάτας με τριμμένη σοκολάτα μέσα και φυσικά τη λεμονάδα και τη βυσσινάδα, για την οποία σας μίλησα). Καλά δεν καταλάβατε, ακόμα, γιατί το προτιμάμε, με το μπαλκόνι γύρω- γύρω; Μα, πόση βοήθεια να σας δώσω πια; Τέλος πάντων, να το πάρει το ποτάμι. Το προτιμάμε, γιατί το σπίτι του μοιάζει με φρούριο: το μπαλκόνι είναι σαν μια τάφρος γεμάτη όχι από νερό και κροκοδείλους, αλλά από αέρα, και τα παράθυρα, τα οποία βρίσκονται γύρω – γύρω στο σπίτι (καθώς δεν υπάρχει δωμάτιο μέσα στο σπίτι που να μην έχει τουλάχιστον ένα παράθυρο) είναι οι πολεμίστρες μας! Το καλύτερο, όμως, είναι ότι έχει ορατότητα κι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Άρα μιλάμε για το τέλειο φρούριο. Απλησίαστο, αφού είναι στον πρώτο όροφο, με ορατότητα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, κι αν θέλουμε να κρυφτούμε, ας είναι καλά τα παράθυρα με τις κουρτίνες τις βαριές. Το τέλειο φρούριο, απόρθητο από τον οποιονδήποτε … εχθρό μας!
            Αφού προσανατολιστήκαμε και βρήκαμε από πού ερχόταν ο θόρυβος, πήγαμε τελικά, στη δυτική πολεμίστρα (παράθυρο) για να παρακολουθήσουμε (χωρίς να μπορούν να μας δουν, και σε αυτό βοηθούν αυτές οι βαριές και τεράστιες κουρτίνες που έχει η γιαγιά του Γιάννη στα παράθυρά της και τις μπαλκονόπορτες) μια μετακόμιση, για την οποία είχαμε όλοι, τουλάχιστον, όσοι ήμασταν εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο, την τέλεια άγνοια. Και, μάλιστα, δεν είχαμε μόνο εμείς άγνοια, αλλά όπως αποδείκτηκε είχαν κι οι μεγάλοι αυτήν την τέλεια άγνοια, διότι ουδείς γνώριζε το παραμικρό. Αυτό κι αν ήταν παράξενο, κανείς από τους μεγάλους δεν γνώριζε ότι, σήμερα Κυριακή, θα ερχόταν μια καινούργια οικογένεια στη γειτονιά μας.
            Αφήστε, που μετακόμιση είχαμε να δούμε από την εποχή που ήρθε στη γειτονιά μας ο Γιάννης με τους γονείς του από τη Γερμανία, πέρσι το καλοκαίρι. Και το φορτηγό της μεταφορικής τους δεν ήταν και τόσο μεγάλο σαν κι αυτό. Αυτό εδώ ήταν σαν να έκρυβε μέσα του ένα αληθινό σπίτι, ξέρετε με τα μπαλκόνια του, τη σκεπή του, όλα όσα έχει ένα κανονικό σπίτι.
-         Τόσο μεγάλο φορτηγό δεν είχαμε ούτε εμείς που μετακομίσαμε από τη Γερμανία, είπε ο Γιάννης, σαν να διάβασε τη σκέψη μου. Αυτοί, ήθελα να ‘ξερα από πού έρχονται;
Δεν μίλησε κανείς μας. Ίσως, σκέφτηκα εγώ, να έρχονται από κάποια άλλη χώρα μακρινή, όπως είναι η Αμερική, η Αφρική, ή η Αυστραλία, που τα κάνουν όλα ανάποδα (μάλλον αυτή είναι η πιο ταιριαστή χώρα για να ζήσει ο Γιάννης, αφού όλα τα κάνει ανάποδα!). Όλες αυτές οι χώρες είναι πιο μακριά από τη Γερμανία, αλλά δεν πρόλαβα να πω φωναχτά τις σκέψεις μου, καθώς εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του φορτηγού και είδαμε ότι ήταν φίσκα από πράγματα. Πρώτος συνήλθε ο Λουκάς, φυσικό μιας κι είναι ο μεγαλύτερος της παρέας μας.
-         Με τόσα πράγματα παιδιά δεν θα μετακομίζει μόνο μια οικογένεια, αλλά ολόκληρος στρατός, είπε ο Λουκάς, και πήγε στην κουζίνα για το … 15ο κομμάτι κέικ. Που το βάζει όλο αυτό το φαγητό, αυτό το παιδί, εκτός από μένα αναρωτιέται και η κυρά – Μαριγώ, η οποία τελικά του έδωσε κι άλλο κομμάτι κέικ.
Πάντως, όση ώρα ο Λουκάς κατασπάραζε το κέικ του, σαν να είχε δίκιο, γιατί κι εμένα μού φάνηκαν υπερβολικά πολλά τα πράγματα για μία και μόνο οικογένεια. Εν τω μεταξύ για να έχουμε καλύτερη θέα της επικείμενης μετακόμισης, γιατί τώρα η περιέργειά μας είχε ανάψει κόκκινο, βγήκαμε στο μπαλκόνι. Οι εργάτες είχαν αρχίσει να ξεφορτώνουν σιγά – σιγά τα πράγματα, τα οποία ήταν πολλά και φαινόντουσαν και ακριβά και ολίγον αχρησιμοποίητα! Τέλος πάντων, δεν μου αρέσει να κρίνω, τουλάχιστον, με την πρώτη ματιά, αν και καταλαβαίνεις πολλά πράγματα με την πρώτη ματιά, όπως λέει και η μαμά μου, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που η πρώτη ματιά φτάνει και περισσεύει. Οι εργάτες, αρκετοί κι αυτοί, ξεκίνησαν να κατεβάζουν σιγά – σιγά τα πράγματα από το φορτηγό. Χιλιάδες πράγματα, τα οποία κατέβαζαν προσεκτικά, για να τα τοποθετήσουν πάνω σε ένα μικρότερο ειδικό κινούμενο μεταφορικό μέσο και μετά να τα πάνε στην απέναντι πολυκατοικία. Το τι κατέβηκε δεν μπορώ να το περιγράψω, όμως μου έκανε εντύπωση ότι αυτοί οι καινούργιοι τα είχαν όλα πολλά, πάρα πολλά.
Να σας δώσω ένα παράδειγμα: εμείς στο σαλόνι μας έχουμε έναν μεγάλο πενταθέσιο καναπέ κι έναν μικρό και δυο με τρεις πολυθρόνες, στο οποίο σαλόνι σπάνια μας αφήνει η μαμά μας να καθόμαστε, ακόμα κι αν έχουμε επισκέπτες, αντιλαμβάνεστε, νομίζω, τον λόγο. Από το φορτηγό, όμως, μέτρησα εννέα ολόκληρους καναπέδες, διαφόρων μεγεθών, χρωμάτων και υφασμάτων. Ξέχωρα, τις πολυθρόνες, και κάποιες άλλες πολυθρόνες που τις λένε μπερζέρες, έτσι λέει η μαμά μου κάτι άλλες πολυθρόνες σαν τις προηγούμενες πολυθρόνες, αλλά δεν είναι πολυθρόνες - πολυθρόνες, είναι μπερζέρες. Ποια η διαφορά δεν έχω εμπεδώσει ακόμα, ευελπιστώ να το κάνω όταν μεγαλώσω ακόμα λίγο. Εδώ όμως, έβγαιναν κι έβγαιναν και ξαναέβγαιναν οι καναπέδες, οι πολυθρόνες, μπορεί και κάποιες να ήταν και μπερζέρες, θα σας γελάσω, και όλο κατέβαζαν έπιπλα οι εργάτες, ώσπου κάποια στιγμή αναρωτήθηκα: πόσα σαλόνια έχουν αυτοί οι καινούργιοι βρε παιδί μου, με τόσους καναπέδες, μιλάμε για τρία με τέσσερα σαλόνια, τουλάχιστον! Μιλάμε ότι ήταν η μετακόμιση του …αιώνα …. 

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια" - 2ο κεφάλαιο

Φυσικά, δεν είμαστε μόνο οι δυο μας σε αυτόν τον κόσμο. Διαθέτουμε και δυο πολύ καλούς φίλους, με τους οποίους κάνουμε παρέα και στο σχολείο αλλά και μετά από αυτό. Οι φίλοι μας με τους οποίους κάνουμε παρέα σχεδόν όλοι την ημέρα είναι ο Λουκάς και ο Γιάννης. Ο Λουκάς είναι ένα χρόνο πιο μεγάλος κι από τους τρεις μας και τον αισθανόμαστε σαν το μεγάλο μας αδελφό, αφού μας προσέχει, μας μαθαίνει τα μυστικά του σχολείου (κατά ένα περίεργο τρόπο, μαθαίνει τα πάντα χωρίς να ρωτήσει το παραμικρό, είναι το κάτι άλλο αυτό το παιδί, και δεν είναι και κουτσομπόλης, διότι αν δεν το φέρει η κουβέντα δεν ξεκινάει να σου πει απολύτως τίποτα), δεν αφήνει κανέναν να μας πειράξει, και, τέλος, το καλό είναι ότι όποτε μάς βλέπουν μαζί με το Λουκά μάς χαιρετάει όλη η έκτη. Είναι πολύ σούπερ, γιατί όλα τα υπόλοιπα πεμπτάκια μας κοιτάνε με μισό μάτι και μας ζηλεύουν, επειδή εμείς κάνουμε παρέα με μεγαλύτερα παιδιά. Έτσι είναι οι σωστοί φίλοι. Κι ο Λουκάς είναι πολύ καλό παιδί, όχι ο πρώτος μαθητής, ούτε από τους πρώτους, αλλά είναι πολύ έξυπνος και νομίζω ότι επίτηδες είναι μέτριος μαθητής για να μην τον κατατάξουν τα υπόλοιπα παιδιά στα «φυτά». Ελπίζω να ξέρετε τι εννοώ όταν λέω «φυτά», και δεν αναφέρομαι σε κάτι απότιστα λουλουδάκια στην αυλή του σχολείου, που ποτίζονται μόνο αν τους ρίξουμε λίγο νερό από κάποιο δικό μας μπουκαλάκι.
Επίσης, ο Λουκάς έχει και την αχίλλειο πτέρνα του που δεν είναι άλλη από τη συμμαθήτριά μου τη Χριστίνα. Με το που βλέπει τη Χριστίνα ο Λουκάς, κατά ένα περίεργο τρόπο, μεταμορφώνεται στο πιο χαζό παιδί που έχω γνωρίσει ποτέ μου. Μάλιστα, μερικές φορές παθαίνει αυτό το μπλοκάρισμα πριν καν δει τη Χριστίνα, αρκεί που την πιάνουν οι κεραίες του να έρχεται από κάπου μακριά, από την άλλη άκρη της αυλής, και τότε ο Λουκάς είναι ολόκληρος ένα μπλακ άουτ. Πρέπει να του αρέσει πολύ η Χριστίνα, γιατί όταν το Χριστινάκι κυκλοφορεί κάπου εκεί γύρω ο Λουκάς απλά τη χαζεύει, χωρίς να συμμετέχει σε καμιά μας συζήτηση. Θέλω να του το επισημάνω αυτό το χάζεμα κάποια στιγμή, αλλά δεν βρίσκω ποτέ την κατάλληλη ευκαιρία, και δεν θέλω να ανοίξω τέτοια κοριτσο-συζήτηση μπροστά στους άλλους, οι οποίοι δεν είναι και τόσο ώριμοι όσο ο Λουκάς και η αφεντιά μου! Επίσης, νομίζω ότι είναι κάπως ντροπιαστικό να μάθουν κι οι άλλοι ότι ο φίλος μας ο Λουκάς είναι ερωτοχτυπημένος με ένα πεμπτάκι. Ίσως, να ήταν διαφορετικά αν ήταν εκτάκι, ίσως να ήταν και πάλι το ίδιο. Η ουσία είναι ότι αν τον πάρουν χαμπάρι οι υπόλοιποι της παρέας καταλαβαίνειε τι δούλεμα έχει να «φάει» ο καψερός ο Λουκάς. Γι΄αυτό αφήνω αυτή τη συζήτηση για κάποια άλλη στιγμή να του κάνω αυτή την αντρική συζήτηση, μπας και ξεκινάει το λιώσιμο, τουλάχιστον, αφού δει τη Χριστίνα, κι όχι από πριν. Αν εξαιρέσουμε αυτό το μικρό θεματάκι του Λουκά με τη Χριστίνα, κατά τα άλλα ταιριάξαμε ως παρέα από την αρχή και το ευτύχημα είναι ότι μένοντας και στην ίδια γειτονιά περνάμε όλοι μας πολύ ωραία.
Ο τέταρτος της παρέας είναι ο συμμαθητής μας ο Γιάννης, πεμπτάκι κι αυτός. Ο Γιάννης ήρθε στο σχολείο μας πέρσι από τη Γερμανία. Άλλοι φεύγουν για τη Γερμανία λόγω αυτής της γνωστής σε όλους μας οικονομικής κρίσης που ακούμε συνέχεια στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, αλλά ο Γιάννης μέσα σε αυτήν την κρίση γύρισε στην Ελλάδα. Αλλά αυτό είναι και το χαρακτηριστικό του Γιάννη: τα κάνει όλα ανάποδα. Οι γονείς του Γιάννη είχαν πάει Γερμανία για να σπουδάσουν, γνωρίστηκαν εκεί στο πανεπιστήμιο, παντρεύτηκαν, έκαναν τον Γιάννη, κι έμειναν αρκετά χρόνια εκεί. Πέρσι, ήρθαν μόνιμα στην Ελλάδα, γιατί, όπως μάς είπε κι ο Γιάννης, δεν άντεχαν άλλο στη Γερμανία. Άλλο και τούτο πάλι. Απορώ τι δεν άντεχαν στη Γερμανία, όπου ο πατέρας του Γιάννη εργαζόταν με ένα υπέρογκο ποσό σε μια εταιρεία υπολογιστών στη Γερμανία (όπως άκουσα τη μαμά μου να λέει τα νέα στο μπαμπά μου), αλλά παραπονιόταν ότι δεν έβλεπε καθόλου ούτε το Γιάννη, ούτε και τη γυναίκα του. Έτσι, αποφάσισε να ανοίξει ένα κατάστημα της γερμανικής εταιρίας στην Ελλάδα, στο οποίο δουλεύει κι η γυναίκα του, και μπορεί να βλέπει το γιό του, το Γιάννη, όποτε το θέλει. Η εταιρία του πατέρα του Γιάννη βρίσκεται στο ισόγειο κατάστημα της οικογενειακής πολυκατοικίας, την οποία έφτιαξε ο παππούς του Γιάννη. Πάνω από το κατάστημα μένει η γιαγιά του, που το σπίτι της αποτελεί και το συνήθη τόπο συνάντησης της «παλιοπαρέας» μας, κι ακριβώς από πάνω μένει ο Γιάννης με τους γονείς του.

Η αλήθεια είναι ότι η γειτονιά μας είναι σαν μια πάρα πολύ μεγάλη οικογένεια. Όπου και να πάμε βλέπουμε γνωστούς και φίλους, τόσο εμείς όσο κι οι γονείς μας. Όλες τις αποστάσεις τις μετράμε με βάση το σπίτι του Γιάννη, είναι όλα πιο εύκολα έτσι, το οποίο είναι ακριβώς απέναντι από το σχολείο μας. Δυο στενά δεξιά από το σπίτι του Γιάννη μένει ο Λουκάς και στο τρίτο στενό (εννοείται από το σπίτι του Γιάννη, είπαμε, άρα ένα στενό από το σπίτι του Λουκά) μένω εγώ με το μεγάλο δίδυμο αδελφό μου και τους γονείς μου, φυσικά.
Αυτή είναι μια ζωγραφιά δικιά μου της γειτονιάς μου, εντάξει δεν είμαι και ο ζωγράφος, κι ούτε θα γίνω ποτέ, απλά έτσι για να έχετε μια ιδέα... 



Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

21 ΜΑΡΤΙΟΥ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟΥ

Κάθε χρόνο, στις 21 Μαρτίου, γιορτάζει  ο κόσμος της μαριονέττας και των σκιών, προκειμένου να αναδειχθεί μια μορφή τέχνης με πανάρχαιη ιστορία. Όμως, στην Ελλάδα η ιστορία της κούκλας είναι πολύ παλιά. Ο θεός Ήφαιστος γνωστός ως «βασιλιάς των χεριών» ήταν ο πρώτος που κατασκεύασε τεχνητά πλάσματα με αυτονομία κίνησης, τις λεγόμενες «χρυσές παρθένες». Ο Ήφαιστος ήταν αυτός που κατασκεύασε τον γίγαντα Τάλω, ο οποίος λειτουργούσε με υδράργυρο και λάδι και φυλούσε τις ακτές της Κρήτης. Ο Δαίδαλος, ο γνωστός σε όλους μας Αθηναίος μάστορας της αρχαιότητας, έβαλε γυάλινα μάτια στα αγάλματα κι άρθρωσε τα πόδια και τα χέρια τους για να τους δώσει κίνηση.

            Η κούκλα, λοιπόν, έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή της αρχαίας Ελλάδας, καθώς αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο  των λατρευτικών τελετών που έκαναν οι άνθρωποι προς τιμή των θεών. Μάλιστα, κατά τον εορτασμό της λατρείας του Διονύσου γίνεται λόγος για κούκλες οι οποίες χρησιμοποιούνταν για τεμαχισμό, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον διαμελισμό του θεού Διονύσου από τους Τιτάνες.
Οι πρώτες αρθρωτές κούκλες, γνωστές ήδη στους θεούς του Ολύμπου,  ονομάζονταν «νευρόσπαστα», δηλαδή αυτά που κινούνται με νήματα και ο κουκλοπαίχτης ονομαζόταν «νευροσπάστης». Η τέχνη του νευροσπάστη, του ζογκλέρ, του μίμου και του σχοινοβάτη παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν περιθωριακές μορφές τέχνης, ήταν πολύ καλά εδραιωμένες και εμπεριείχαν αρκετούς συμβολισμούς. Για παράδειγμα, τα νήματα με τα οποία κινούνταν τα νευρόσπαστα συμβόλιζαν την εξάρτηση της κούκλας από τον κουκλοπαίχτη. Η τέχνη του κουκλοπαίχτη ήταν αρκετά γνωστή στην αρχαία Ελλάδα, και αναφορές απαντούν ακόμα και στην Πολιτεία του Πλάτωνα. Επίσης, ο Πλάτωνας μάς δίνει την πρώτη περιγραφή της αυλαίας – σκηνής για κούκλες, η οποία χρονολογείται τον 3ο αιώνα π.Χ. Ο Ξενοφώντας αναφέρει επίσης ότι σε ένα συμπόσιο ένας κουκλοπαίχτης από τις Συρακούσες διασκέδασε τους συνδαιτημόνες, αφήνοντάς μας να αντιληφθούμε ότι αρχικά το κουκλοθέατρο προοριζόταν για διασκέδαση των ενηλίκων και όχι των παιδιών. Έξι αιώνες αργότερα, ο Ποθεινός αναδεικνύεται σε έναν από τους μεγαλύτερους και πιο γνωστούς κουκλοπαίχτες της αρχαιότητες με παραστάσεις, οι οποίες λάμβαναν χώρα στο Θέατρο του Διονύσου.

Περνώντας στο ξακουστό Βυζάντιο η τέχνη της κούκλας περιορίζεται εξαιτίας της αντίδρασης της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας. Το κουκλοθέατρο όπως και το θέατρο των ηθοποιών, σύμφωνα με την πρώτη χριστιανική Εκκλησία, αποτελούσαν ειδωλολατρικές διασκεδάσεις και για το λόγο αυτό απαγορεύτηκαν. Έτσι, οι κουκλοπαίχτες από τον 6ο αιώνα μ.Χ. έδιναν παραστάσεις μόνο σε πανηγύρια, στους δρόμους και σε γάμους, χρησιμοποιώντας αντί για κούκλες μικρές ξύλινες εικόνες. Η παράδοση αυτή, όμως, δεν πέρασε στη σύγχρονη Ελλάδα, κατατάσσοντας για άλλη μια φορά την τέχνη του κουκλοθέατρου στις περιφερειακές τέχνες.
Οι κούκλες και τα ειδώλια που χρησιμοποιούνταν στα λαϊκά έθιμα και τις τελετές όπως το τελετουργικό κάψιμο του Ιούδα, η πομπή του Λαζάρου, η «ιερή κούκλα» η οποία συμβολίζει τον Χριστό των Σαρακατσάνων, δεν μετεξελίχθηκαν, ώστε να πάρουν καλλιτεχνική και επαγγελματική μορφή, αλλά παρέμειναν στο επίπεδο της θρησκευτικής τελετουργίας.
Την εποχή της Τουρκοκρατίας απαντούν δύο θεατρικές παραδόσεις: ο Καραγκιόζης και ο Φασουλής. Ο Καραγκιόζης παίρνει το όνομά του από τον Karagoz της Τουρκίας, και ο Φασουλής από τον Punchinella της Ιταλίας ή τον Punch της Αγγλίας. Και οι δύο αυτές φιγούρες έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη σατιρική έκφραση σημαντικών θεμάτων της καθημερινής ζωής, όπως είναι η ζωή, ο θάνατος, η αδικία, η ελευθερία σκέψης, έκφρασης, θέματα, τα οποία αδυνατούσαν να απολαύσουν οι Έλληνες την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο Καραγκιόζης μάλιστα μετεξελίχθηκε σε βασικό λαϊκό ήρωα της εποχής, βάζοντας στο περιθώριο σιγά – σιγά τον Φασουλή.



Γνωστοί κουκλοπαίχτες του 20ου αιώνα ήταν ο Μαριδάκης και ο Τόλιας. Εξίσου σημαντικός, όμως, ήταν και ο Κονιτσιώτης, ο οποίος εισήγαγε τον χαρακτήρα του Πασχάλη και πρωτοτύπησε ανεβάζοντας έργα του Μολιέρου και άλλων Ευρωπαίων. Τη δεκαετία του 1930, στην Αθήνα, εμφανίζονται οι «Ζωντανές Μαριονέτες του Ζαππείου»των Χρ. Διαντσινού και Ν. Ακίλογλου σε συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο, κυρίως κατά την περίοδο 1934 – 1935. Είναι η εποχή κατά την οποία το κουκλοθέατρο και ο Καραγκιόζης στρέφονται προς το παιδικό κοινό. Αρκετοί καλλιτέχνες είναι αυτοί που πειραματίζονται με το κουκλοθέατρο, όμως, το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου χαλά τα σχέδιά τους. ο Ακίλογλου εντάσσεται στον ΕΑΜ και με τις κούκλες του παίζει για τους αντάρτες με το ψευδώνυμο Ακίλας – ο σύντροφος κουκλοθέατρος.
Το 1939 η Ελένη Θεοχάρη – Περάκη ιδρύει το «Κουκλοθέατρο Αθηνών» το οποίο καλύπτει ένα διάστημα 50 χρόνων με καταπληκτικές παραστάσεις. Ο θίασος προσαρμόστηκε στις δύσκολες συνθήκες της Γερμανικής Κατοχής και ήρωες όπως ο Μπαρμπα-Μυτούσης, ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα έδιναν παραστάσεις όχι μόνο για παιδιά, αλλά και για τους τραυματίες στα νοσοκομεία. Η Θεοχάρη αντλούσε τη θεματολογία των έργων της από τους ελληνικούς μύθους και τα λαϊκά παραμύθια με πολύ μεγάλη επιτυχία, όχι μόνο εξαιτίας των κειμένων της, αλλά και εξαιτίας των κούκλων και των σκηνικών. Μέχρι τη δεκαετία του 1980 ο θίασος ταξίδεψε σε όλα τα μέρη της Ελλάδας αλλά και στο εξωτερικό.

Μεταξύ του 1950 – 1970 ξεκινούν επαγγελματικά κάποιοι κουκλοπαίχτες, δημιουργώντας ο καθένας το δικό του πεδίο δράσης. Ο Λάκης Αποστολίδης, χρησιμοποιεί μαριονέτες και μαγνητοφωνημένα κείμενα για τη νεοσύστατη τότε ελληνική τηλεόραση. Δίνει όμως και ζωντανές παραστάσεις στη ΧΑΝ. Ο Φραγκίσκος Καλαϊντζάκης ιδρύει ιτς «Ελληνικές Μαριονέτες» και περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα. Ο Νίκος Γκότσης ιδρύει το «Θέατρο Μαριονέτας Γκότση» δημιουργώντας μια μόνιμη σκηνή. Ο Δήμος Σοφιανός ιδρύει τη «Μικρή Σκηνή» με παραστάσεις στο Ινστιτούτο Γκαίτε και αργότερα δίνει παραστάσεις στην τηλεόραση. Τα παιδιά του Φαίδωνας και Ήβη συνεχίζουν τις παραγωγές του με πιο γνωστή την Φρυοτοπία.
Το 1975 η Ευγενία Φακίνου ιδρύει τη «Ντενεκεδούπολη», χρησιμοποιώντας τεχνικές θεάτρου από τη Γιογκοσλαβία και την Βουλγαρία. Είναι παραστάσεις με πολιτικό περιεχόμενο με ήρωες τενεκεδάκια, δημιουργώντας έτσι τη δική της ξεχωριστή παράδοση. 


Το 1978 ο Τάκης Σαρρής ιδρύει στην Αθήνα μαζί με τη γυναίκα του το «Θέατρο Κούκλας» επηρεασμένο από τις παραστάσεις του αμερικανικού Bread & Puppet Theatre. Στην Κρήτη, την ίδια εποχή, η Αριάδνη Νόβακ πειραματίζεται με το «μαύρο θέατρο». Στη Λάρισσα ο Κώστας Χατζηανδρέου και η Σοφία Φουτζοπούλου ιδρύουν το «Κουκλοθέατρο ΤΙΡΙΤΟΜΠΑ» με θεματολογία ειλημμένη από τη λαϊκή παράδοση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Είναι η πρώτη φορά που οι παραστάσεις ενός κουκλοθέατρου – ειδικά για την Ελλάδα - ξεφεύγουν από το παιδικό θέατρο και εντάσσοντάς το στο σύγχρονο ευρωπαϊκό κουκλοθέατρο.


Το 1980 διοργανώνονται δύο μεγάλα ετήσια φεστιβάλ κουκλοθέατρου στην Ελλάδα. Το πρώτο στην Ύδρα με τον τίτλο «Μέρες Κουκλοθέατρου», χαρακτηρίζεται ως Διεθνές Φεστιβάλ με ιδρυτή τον Michael Meschke μεγάλο δάσκαλο και ιδρυτή του Marionetteatern της Στοκχόλμης. Το δεύτερο φεστιβάλ κουκλοθέατρο ιδρύεται από την ίδια την Αριάδνη Νόβακ στην Κρήτη. Το Φεστιβάλ αυτό χαρακτηρίζεται κι αυτό ως διεθνές και αποτελεί σημείο αναφοράς και έμπνευσης για όλους τους κουκλοπαίχτες.
Από το 1999 ξεκινάει και το Διεθνές Φεστιβάλ Κουκλοθέατρου στο Κιλκίς εμπλουτισμένο με εργαστήρια, εκθέσεις και τη Συνάντηση Νέων Ελλήνων Κουκλοπαιχτών.
Σήμερα, στα κουκλοθέατρα παίζεται ο Καραγκιόζης, αναβιώνοντας την εποχή του 1960. Μάλιστα, υπάρχει καινούργια γενιά καραγκιοζοπαιχτών με εμπλουτισμένη θεματολογία από τα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα.
Όμως, το κουκλοθέατρο όπως και όλοι οι κουκλοπαίχτες ανά τον κόσμο βρίσκονται υπό της αιγίδα της Διεθνούς Ένωσης Μαριονέτας, η οποία ιδρύθηκε το 1929 στην Πράγα και σήμερα έχει την έδρα της στη Γαλλία. Η UNIMA αποτελεί σημείο αναφοράς για τους κουκλοπαίχτες όλου του κόσμου. Η διεθνής αυτή ένωση αριθμεί 90 χώρες – μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, ήδη από το 1990, με την ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου της Διεθνούς Ένωσης Μαριονέτας (UNIMA - HELLAS), συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ανάπτυξη του κουκλοθέατρου στην Ελλάδα. Η τέχνη της θεατρικής κούκλας έχει εξελιχθεί στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια, ανεβάζοντας ταυτόχρονα και την ποιότητα των παραστάσεων και αλλάζοντας την αντίληψη που θέλει το κουκλοθέατρο μόνο για παιδιά. Σήμερα, στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται γύρω στους 50 θιάσους με παραστάσεις καταπληκτικές και μοναδικές, με μεγάλη ποικιλία τεχνικών, δραματουργικών, σκηνικών και μουσικών επιλογών. Πολλοί είναι οι θίασοι που συνταιριάζουν μπροστά στο κοινό τις κούκλες με ηθοποιούς, έχοντας καλύτερα αποτελέσματα από τα αναμενόμενα.

Το κουκλοθέατρο αποτελεί πεδίο έκφρασης συναισθημάτων και ιδεών αισθητικής και καλλιτεχνικής αναζήτησης. Η τέχνη της κούκλας διδάσκεται για όσους ενδιαφέρονται, έχουν μεράκι, ή θέλουν να δοκιμάσουν κάτι νέο, σχετικά, στον επαγγελματικό τους τομέα. Σημαντική υπόμνηση της σημερινής ημέρας είναι να συγκρατήσουμε ότι το κουκλοθέατρο δεν είναι μόνο για παιδιά, είναι και για παιδιά, αλλά υπάρχουν και παραστάσεις που απευθύνονται σε ενήλικες, ως μια εναλλακτική μορφή διασκέδασης. Όμως, και οι παραστάσεις για παιδιά, σήμερα πια, είναι καταπληκτικές, φαντασμαγορικές, με μουσική επένδυση, έξυπνους διαλόγους που καθηλώνουν μικρούς και μεγάλους. Αξίζει, λοιπόν, να δώσουμε στο σύγχρονο ελληνικό κουκλοθέατρο τη δική του ευκαιρία!