Τρίτο
κεφάλαιο – 2ο μέρος
Η
επόμενη μέρα βρήκε τον επιστήμονά μας ξύπνιο από το χάραμα. Ο ήλιος ακόμα δεν
είχε ανατείλει κι αυτός είχε πάρει, ήδη, το δρόμο για το δάσος. Σήμερα είχε
αφήσει το σημειωματάριό του στο σπίτι, έτσι απολύτως τίποτα δεν θα του
αποσπούσε την προσοχή του. Σήμερα, σκοπός του ήταν να πιάσει μια ηλιαχτίδα.
Ήταν σίγουρος ότι σήμερα θα τα κατάφερνε! Επιτάχυνε το βήμα του και πολύ γρήγορα βρέθηκε στο δάσος, το οποίο
ξυπνούσε από τον βαθύ ύπνο του. Μέσα από τα δέντρα, τα λουλούδια, τη βλάστηση
του δάσους περνούσαν όχι μια αλλά εκατομμύρια φωτεινότατες ακτίνες του ήλιου. Μόνο
μια θέλω εγώ, σκέφτηκε χαρούμενος, κι αυτή τη φορά δεν πρόκειται ξεχαστώ, όπως
έγινε την προηγούμενη φορά. Κι έτσι όπως περιδιάβαινε στο δάσος …ωπ ….
-
Να, μια ωραία ηλιαχτίδα εδώ, φαίνεται πολύ
φωτεινή, ας την πλησιάσω να δω τι μπορώ να καταφέρω. Όμως, όσο πλησίαζε ο
επιστήμονάς μας, τόσο η αχτίδα, κατά ένα μαγικό τρόπο, εξαφανιζόταν.
-
Αχ, να άλλη μια εκεί πίσω από ένα αυτό το δέντρο
με τον τεράστιο κορμό. Είμαι σίγουρη ότι δεν θα κρύβεται μόνο μια ηλιαχτίδα
πίσω από αυτό το δέντρο... κάτσε να πάω να την πιάσω … α, που πήγε πάλι, α, να
την από εδώ είναι ….α, να κι άλλη από εκεί, ωπ… κοίτα αυτή μου φαίνεται είναι
πιο ωραία και η πιο φωτεινή, αυτή θα πάω να πιάσω….
Και με αυτόν τον τρόπο ο επιστήμονάς μας έτρεχε
μια δεξιά και μια αριστερά, και μια πάλι δεξιά και μια πάλι αριστερά, κι όλο
του ξέφευγαν οι ηλιαχτίδες, κι όλο προσπαθούσε τις πιάσει και να τις βάλει
κάποια ακτίνα μέσα στο γυάλινο κουτάκι του, κι όλο αυτές ξέφευγαν. Κι άντε πάλι
από την αρχή, και να μια εδώ, και να μια εκεί παραπέρα, αχ να μόλις πέρασε μια
από δίπλα μου και την έχασα, κι έτρεχε κι έτρεχε κι έτρεχε όλη την ώρα, και
κάθε φορά που πλησίαζε κάποια ηλιαχτίδα, ο επιστήμονας άνοιγε το γυάλινο
κουτάκι του προσπαθώντας να τη βάλει μέσα … αλλά μάταια. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε, όσο
τρεχαλητό κι αν έριξε, όσο και αν τις κυνηγούσε σε ολόκληρο το δάσος, το γυάλινο
χρωματιστό κουτάκι του ήταν, ακόμα, άδειο. Μετά από τόσες ώρες κυνηγητό μέσα
από αγριολούλουδα, ελαφάκια, θάμνους, λίμνες, ποταμάκια, δεν είχε καταφέρει να πιάσει
ούτε μια τόση δα ηλιαχτιδούλα! Είχε ιδρώσει, είχε ζεσταθεί, του είχε τελειώσει
το κολατσιό του, πείναγε κι όπου να΄ ναι ο ήλιος θα έδυε, και είχε ξεμείνει κι
από νερό! Το είχε πιει όλο το νερό με τόσο τρεχαλητό.
Όχι,
σκέφτηκε, δεν μπορεί να δύσει τώρα ο ήλιος. Δεν έχω πιάσει την ακτίνα μου. Αχ,
ήλιε μου, δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα, λίγο, πολύ λίγο, τοσοδούλη για να πιάσω
μια και μοναδική ηλαχτιδούλα … μα … στο όνειρο ήταν τόσο εύκολο, τόσο διασκεδαστικό.
Τι έγινε και δεν έχω πιάσει ούτε μια ακτίνα στο κουτάκι μου, αναρωτιόταν ο
επιστήμονας. Μήπως κάνω κάτι λάθος, σκεφτόταν, καθώς ο ήλιος είχε δύει για τα
καλά και ο επιστήμονας πια αποφάσισε να γυρίσει στο σπιτάκι του, για να
ξεκουραστεί, να φάει, να πιει νεράκι, που τόσο πολύ διψούσε. Έφυγε από το δάσος
χωρίς να έχει πιάσει την πολυπόθητη ηλιαχτίδα του, αλλά δεν το έχανε το θάρρος
του. Θα γύριζε στο σπιτάκι του, θα ξεουραζόταν και την επόμενη μέρα, τσουπ η
πιο ωραία, η πιο λαμπερή και η πιο φωτεινή ηλιαχτίδα θα στρογγυλοκαθόταν σαν
βασίλισσα στο χρωματιστό γυάλινο θρόνο της…
Τέταρτο κεφάλαιο
Στο
δρόμο προς το σπίτι του ήταν σκεφτικός, αλλά το θάρρος του δεν το έχανε. Ποτέ!
Ήταν άλλωστε ένας επιστήμονας, κι οι επιστήμονες δεν χάνουν ποτέ το θάρρος
τους, απλώς προσπαθούν λίγο παραπάνω, σκεφτόταν. Ναι, αυτό είναι θα προσπαθήσω
λίγο παραπάνω, σκεφτόταν με σκυμμένο το κεφαλάκι του, καθώς γύριζε στο σκοτεινό
σπιτάκι του, για ακόμα μια φορά. Εκείνη τη νύχτα ο επιστήμονάς μας δεν είχε και
πολλή όρεξη για οτιδήποτε και αφού ήπιε ένα ποτήρι ζεστό γάλα πήγε κατευθείαν
για ύπνο.
Τη
νύχτα τα όνειρά του δεν ήταν και πολύ καλά. Ήταν, μάλλον, λίγο άσχημα. Έβλεπε
τις ηλιαχτίδες του να τον κοροϊδεύουν, και τη μια στιγμή να μπαίνουν στο
γυάλινο χρωματιστό κουτάκι του, ενώ την άλλη να βγαίνουν με δύναμη αφήνοντας
πίσω τους μια τρομερή λάμψη, η οποία χανόταν αμέσως. Ευτυχώς, ήρθε γρήγορα το πρωί
και ο επιστήμονάς μας σηκώθηκε χωρίς να έχει και πολύ κέφι. Έπινε το γάλα του
στο τραπέζι της κουζίνας σκεφτικός. Κοίταζε το σημειωματάριό του όλες αυτές τις
ωραίες ιδέες που είχε σημειώσει εκείνη την πρώτη μέρα στο δάσος και τώρα του
φαινόταν άδικο να μην μπορεί να τις πραγματοποιήσει. Έμεινε όλη την ημέρα στο
σπίτι. Δεν είχε όρεξη να βγει έξω. Ήταν η πρώτη μέρα της ζωής του που την
πέρασε χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Όλοι έχουμε ανάγκη από διακοπές,
σκέφτηκε ο επιστήμονάς μας.
Αργά
το απογευματάκι, ο επιστήμονάς μας καθόταν σε μια κουνιστή καρέκλα στη βεράντα
του σπιτιού του και χάζευε τον ήλιο που έδυε. Έβλεπε όλα εκείνα τα χρώματα που
φώτιζαν μοναδικά τον ουρανό της πόλης του και προσπαθούσε να σκεφτεί έναν τρόπο
να τα βάλει στο δικό του σπίτι. Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα! Μα πως δεν την είχε
σκεφτεί νωρίτερα. Μα πως του είχε ξεφύγει κι αυτή η λύση! Ναι, μερικές φορές
μπλοκάρουν κι οι μεγάλοι επιστήμονες, μην σας φαίνεται παράξενο, συμβαίνει κι
αυτό. Απορούσε, όμως, με τον εαυτό του, που δεν είχε καταλάβει ότι το να πιάσει
τις ηλιαχτίδες ξύπνιες ήταν αδύνατο, ακατόρθωτο. Όμως… αν τις έπιανε στον ύπνο;
Ναι, στον ύπνο, γιατί σας φαίνεται τόσο παράξενο. Τι κάνουν οι ηλιαχτίδες το
βράδυ όταν δεν φωτίζουν το πρωί; Κοιμούνται!!! Χα, το βράδυ, λοιπόν, θα πήγαινε
πάλι στο δάσος, για να πιάσει τις ηλιαχτίδες στον ύπνο. Στον πολύ ύπνο, όχι
μόλις τις έχει πάρει ο ύπνος και τον καταλάβουν και ξυπνήσουν. Θα τις αφήσει να
κοιμηθούν καλά - καλά, να δουν και κανένα ονειράκι, και τότε, θα πάρει μια και
θα τη βάλει στο κουτάκι του, και μετά θα βάλει φτερά στα ποδαράκια του για να
φύγει χωρίς να τον καταλάβουν οι άλλες ηλιαχτίδες ή ο ήλιος! Το πήρε απόφαση!
Μια και μοναδική ήθελε. Μια και μοναδική θα έβαζε μέσα στο κουτάκι του και θα
γύριζε σπίτι πριν ξημερώσει. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε που κοιμούνται οι
ηλιαχτίδες, αλλά μετά σκέφτηκε ότι το σπίτι τους δεν πρέπει να είναι και πολύ
μακριά από εκεί που δύει ο ήλιος. Μόλις άρχισε ο ήλιος να δύει θα τον
ακολουθούσε κατά πόδας, οπότε θα έφτανε και στο σπίτι των ηλιαχτίδων.
Σηκώθηκε
όσο πιο γρήγορα μπορούσε, άνοιξε το πορτάκι του κήπου και ξεχύθηκε στο δρόμο.
Πέρασε με μιας τη γειτονιά του, βγήκε από την πόλη του στο πιτς φιτίλι,
κατευθύνθηκε προς το δάσος, το πέρασε όλο χωρίς να σταματήσει πουθενά, βγήκε
από το δάσος και συνέχισε προς τα κει που έδυε ο ήλιος. Μετά το δάσος ο ήλιος
πήγαινε πίσω από δύο βουνά. Έπρεπε να φτάσει εκεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
Πριν πέσει τελείως το σκοτάδι στην περιοχή αυτή. Έτρεχε ο επιστήμονάς μας με
όλη του τη δύναμη προς τα εκεί που ενώνονταν τα δύο βουνά. Έφτασε λίγο πριν
κρυφτεί πίσω από αυτά ο ήλιος. Αχά, τώρα δεν μπορούσε να του κρυφτεί ο ήλιος,
ούτε οι ηλιαχτίδες. Τώρα ήξερε που έμενε ο ήλιος και ήταν σίγουρος ότι το φως
των ηλιαχτίδων θα τον οδηγούσε στο σπίτι τους. Πόσο μακριά να έμεναν, άφαγε,
από τον ήλιο. Μωρέ, ας έβρισκε τον ήλιο και μετά οι ηλιαχτίδες δεν θα μπορούσαν
να του κρυφτούν. Έφτασε στο σημείο που
ενώνονταν τα δύο βουνά, κοίταξε πίσω από τα βουνά αλλά δεν είδε απολύτως
τίποτα. Και δεν έφταιγε το σκοτάδι γι’ αυτό. Ωωωωω, μου που πήγε ο ήλιος, πάλι
μου κρύφτηκε; Που είναι οι ηλιαχτίδες, που μένουν, δεν βλέπω πουθενά ούτε ήλιο,
ούτε ηλιαχτίδες, φώναζε όλο καημό ο επιστήμονας, γιατί πίστευε ότι πίσω από τα
βουνά θα έβρισκε, επιτέλους, τον ήλιο και τις ηλιαχτίδες του. Και είχε
αποφασίσει να ζητήσει την άδεια από τον ίδιο τον Ήλιο για να πάρει μια και
μοναδική ηλιαχτίδα. Δεν θα την έπαιρνε έτσι χωρίς να ρωτήσει. Δεν του το
επέτρεπε η αγωγή του και η ιδιότητά του. Οι επιστήμονες δεν κλέβουν, κι αν
υπάρχουν κάποιοι που το κάνουν, τότε θα πρέπει να τιμωρούνται με …επιστημονικό
τρόπο, έλεγε και ξανάλεγε ο επιστήμονας. Έτσι είχε αποφασίσει να ρωτήσει πρώτα
τον Ήλιο αν θα μπορούσε, τουλάχιστον, να δανειστεί μια ηλιαχτίδα, μόνο μία.
Άλλωστε, ως επιστήμονας, ήξερε, πολύ καλά, ότι όσες ηλιαχτίδες κι αν είχε ο
ήλιος, του ήταν όλες τους σημαντικές. Αλλά για μια μόνο ηλιαχτίδα δεν νομίζω να
μου χαλάσει το χατίρι το ήλιος, μονολογούσε ο επιστήμονας.
Όμως, δεν
έβλεπε πουθενά ούτε τον Ήλιο, ούτε τις ηλιαχτίδες του. Έψαξε πίσω από τα βουνά
που είχε δει τον ήλιο να δύει, έψαξε πίσω από κάτι άλλα βουνά, έψαξε πίσω από
κάτι χιονισμένα βουνά, έψαξε πίσω από κάτι ανθισμένα βουνά, αλλά πουθενά. Που
θενά δεν έβλεπε ούτε τον ήλιο ούτε τις ηλιαχτίδες του. Σαν να τους είχε
καταπιεί η Γη! Μήπως τους είχε καταπιεί, πραγματικά, η Γη, σκεφτόταν ο
επιστήμονάς μας και κοίταζε μια αριστερά και μια δεξιά, ξύνοντας το κεφαλάκι
του. Τίποτα, τελικά, μάλλον, οι ηλιαχτίδες ήταν άπιαστες, ακόμα και στον ύπνο
τους! Οι ηλιαχτίδες το πρωί ήξεραν κι έπαιζαν πάρα πολύ καλό κυνηγητό και το
βράδυ πάρα πολύ καλό κρυφτό!
Το
όνειρό του για ένα φωτεινό σπίτι και το βράδυ, μάλλον, θα έπρεπε να το
εγκαταλείψει. Μάλλον, θα έπρεπε να μάθει να δουλεύει μόνο το πρωί. Και το
απόγευμα; Τι θα έκανε τόσες ώρες το απόγευμα; Ήταν πολλές οι ώρες το απόγευμα.
Κι αν το απόγευμα του ερχόταν κάποια καλή ιδέα, πως θα έβλεπε να τη σημειώσει,
αναρωτιόταν ο επιστήμονας, και δεν μπορούσε να καταλάβει τι δεν είχε πάει καλά.
Άλλωστε αν κατάφερνε να βρει τρόπο να
φωτίζει τα δικά του βράδια, τότε, ίσως, να κατάφερνε να βρει κι έναν τρόπο να
φωτίζει και τα βράδια στα άλλα σπίτια της γειτονιάς του. Και γιατί όχι να
έβρισκε έναν τρόπο να φωτίζει και τα βράδια όλης της πόλης τους, κι, ίσως, κι
άλλων πόλεων. Θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα αν έβρισκε αυτόν τον τρόπο. Θα
ήταν πολύ καλύτερα όχι μόνο για αυτόν αλλά και για άλλους ανθρώπους, να έβρισκε
επιτέλους τον τρόπο να έχει φως το βράδυ στο σπίτι του. Όμως, δεν ήξερε αυτόν τον
τρόπο. Δεν ήξερε έπρεπε να ψάξει για να βρει αυτόν τον τρόπο.
Η ώρα
είχε περάσει κι ο επιστήμονάς μας βρισκόταν πάρα πολύ μακριά από το σπίτι του.
Ούτε λόγος να γυρίσει στο σπίτι του. Ήταν τόσο κουρασμένος από όλο αυτό το
κυνηγητό. Όπως ήταν κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου και αποφάσισε να ξεκουραστεί
λιγάκι. Να ανακτήσει δυνάμεις για να μπορέσει να γυρίσει πίσω στο σπίτι του. Πω,
πω κι ήταν μακρύς ο δρόμος προς το σπίτι και …. πολύ σκοτεινός….
Πέμπτο κεφάλαιο
Όσο
καθόταν εκεί κάτω στη ρίζα του δέντρου σκεφτόταν που μπορεί να κρύφτηκαν. Αφού
οι ηλιαχτίδες δεν κρύβονταν στη Γη, τότε που μπορεί να είχαν κρυφτεί. Και τότε
έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Ούτε όμως κι εκεί βρήκε τον ήλιο. Όσο
για ηλιαχτίδες ούτε κουβέντα. Εξαφανισμένες όλες τους. Όμως, μπορεί ο
νυχτερινός ουρανός να μην ήξερε που κρύβονταν οι ηλιαχτίδες, ήταν όμως γεμάτος
με φωτεινά αστέρια. Τι ωραία που φωτιζόταν ο ουρανός με αυτά τα μικρά
αστεράκια. Πόσο όμορφα φαίνονταν όλα αυτά τα αστέρια πάνω ψηλά στον ουρανό. Και
τότε άρχισε το μεγάλο γλέντι των αστεριών.
Κάποια
αστέρια τα πιο μικρά χοροπηδούσαν και έφτιαχναν όμορφα σχήματα στον ουρανό,
δίνοντάς του ένα άλλο χρώμα. Ο ουρανός, μέσα από τον χορό των αστεριών, γινόταν
κίτρινος, πορτοκαλί, πράσινος. Και τα σχέδια μοναδικά. Κανένα δεν έμοιαζε με το
προηγούμενο ή το επόμενο. Τα πολύ μικρά αστέρια πηδούσαν από το πιο ψηλό σημείο
του ουρανού, σχεδίαζαν με καμπύλη και έκαναν μια θεαματική βουτιά στη Γη. Ήταν
μοναδικό το θέαμα. Και το φως. Πω, πω πόσο φως έβγαινε από αυτά τα μικρά
αστεράκια.
Ο
επιστήμονάς μας κοίταζε τον ουρανό μαγεμένος. Με τέτοιο φως θα μπορούσε να
γυρίσει να βρει το δρόμο για το σπίτι του. Όπως σηκώθηκε για να φύγει γλίστρησε
το καπάκι του γυάλινου κουτιού του και πριν καλά – καλά το καταλάβει στον πάτο
του κουτιού του βρισκόταν ένα χαρούμενο αστεράκι. Ο επιστήμονάς μας δεν πίστευε
στα μάτια του. Τι όμορφο που ήταν αυτό το αστεράκι, πόσο λαμπερό, αλλά δεν
μπορούσε να το κρατήσει. Όλοι του οι φίλοι ήταν στον ουρανό, έπρεπε να το
βοηθήσει να γυρίσει κι αυτό στους φίλους του στον ουρανό. Το έπιασε μαλακά στο
χέρι του και έκανε μια κίνηση για να το στείλει στον ουρανό, όμως το αστεράκι
του χαμογέλασε και του είπε ότι τον έστειλε ο Ήλιος για να του φωτίζει τα
βράδια.
- Οι ηλιαχτίδες είναι για να φωτίζουν τις
μέρες σας, είπε το αστεράκι. Εμείς τα αστέρια είμαστε οι κατάλληλοι να σας
φωτίζουμε τις νύχτες σας.
Ο
επιστήμονάς μας δεν πίστευε στα αφτιά του, τώρα.
- Δηλαδή, του είπε, μπορώ να σε πάρω σπίτι,
να φωτίσεις τα βράδια μου; Ρώτησε το αστεράκι ο επιστήμονάς μας.
- Φυσικά, του απάντησε το αστεράκι. Γι’
αυτό κατέβηκα μέχρι εδώ κάτω. Έλα πάμε σπίτι. Άσε μου να σου φωτίζω το δρόμο.
Πράγματι, το αστεράκι μέσα στο γυάλινο
χρωματιστό κουτάκι, φώτιζε με διάφορα χρώματα το δρόμο της επιστροφής του
επιστήμονά μας, με αποτέλεσμα να φτάσει αυτός πολύ γρήγορα στο σπίτι.
Όταν
έφτασε στο σπίτι, τοποθέτησε το αστεράκι του σε ένα γυάλινο χρωματιστό βάζο και
το κρέμασε στην πόρτα του σπιτιού του. Αμέσως φωτίστηκε όλη η είσοδος του
σπιτιού και ο κήπος του. Κι είχε έναν πολύ περιποιημένο κήπο ο επιστήμονάς μας.
Μετά πήρε το χρωματιστό βάζο με το αστεράκι και το πήγε στο εργαστήριό του. Με
μιας φωτίστηκε κάθε γωνιά του εργαστηρίου του. Ο επιστήμονάς μας ήταν
κατασυγκινημένος. Αυτό θα ήταν το πρώτο βράδυ που μπορούσε να δουλέψει … βράδυ
και στρώθηκε στη δουλειά. Όλη τη νύχτα ακούγονταν ήχοι γυαλιού από το
εργαστήριό του. Μετά από πολλές ώρες, νυχτερινές ώρες, στο εργαστήριό του, τον
βρήκε το πρωί της επόμενης μέρας κουρασμένο αλλά ευτυχισμένο. Κλείδωσε το
εργαστήριό του και πήγε να ξεκουραστεί. Τον περίμενε άλλη μια κουραστική νύχτα
σαν κι αυτήν που μόλις είχε τελειώσει. Κοιμήθηκε μέχρι αργά το απόγευμα.
Πριν
αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι είχε καταφέρει να γεμίσει όλο τον κήπο του και τη
βεράντα του με μικρά γυάλινα βαζάκια. Όλοι οι γείτονες τόν κοίταζαν περίεργα.
Πάει τρελάθηκε, έλεγαν μεταξύ τους, βλέποντας όλα αυτά τα μικρά γυάλινα
χρωματιστά βαζάκια. Όταν τον ρώτησαν τι τα ήθελε, αυτός δεν απάντησε απλώς
χαμογέλασε και τους είπε να περιμένουν να βραδιάσει κι άλλο. Οι περισσότεροι,
βέβαια, δεν του έδωσαν και πολύ σημασία. Ήταν σίγουροι ότι ο επιστήμονας ήταν
ένας τρελο – επιστήμονας! Χωρίς αμφιβολία!
Το
βράδυ έφτασε κι όλοι ήταν μαζεμένοι στα σπίτια τους. Μόνο ο επιστήμονάς μας
ήταν έξω από το σπίτι, στο σκοτάδι. Καλά όχι ακριβώς σκοτάδι, γιατί είχε ακόμα
το μικρό του αστεράκι μέσα στο γυάλινο κουτάκι του, πάντα δίπλα του. Όπου κι αν
πήγαινε είχε το γυάλινο κουτάκι με το αστεράκι μαζί του. Τα είχε όλα έτοιμα, κι
έκατσε στην πολυθρόνα της βεράντας του. Περιμένοντας! Τι ούτε κι ο ίδιος ήξερε
τι ακριβώς ή πότε ακριβώς. Όμως περίμενε γιατί ήξερε βαθιά μέσα του, ότι κι
άλλα αστεράκια θα έκαναν αυτές τις καταπληκτικές βουτιές από τον ουρανό.
Έκτο κεφάλαιο
Περασμένα
μεσάνυχτα πια κι ο ουρανός, επιτέλους, φωτίστηκε και πάλι από χιλιάδες
αστεράκια που έκαναν τα εκπληκτικά ακροβατικά τους στον ουρανό, αφήνοντας πίσω
τους πολύχρωμα χνάρια. Ο ουρανός χρωματίστηκε με τόσο ωραία χρώματα για πρώτη
φορά! Σιγά – σιγά άρχισαν να γεμίζουν τα μικρά του βαζάκια, τα οποία είχε
αραδιάσει σε όλο τον κήπο, με μικρά αστεράκια. Όπου κι αν γύριζες τα μάτια σου
έβλεπες παντού γυάλινα βαζάκια: στην πίσω αυλή, στην ταράτσα του σπιτιού του, ατα
περβάζια των παραθύρων του. Όμως, η μαγεία δεν ήταν μόνο στις καταπληκτικές
βουτιές που έκαναν τα αστέρια για να μπουν στα μικρά βαζάκια, αλλά στα
φανταστικά τους σχέδια στον ουρανό, που το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο! Η
μαγεία βρισκόταν στους μοναδικούς συνδυασμούς χρωμάτων των διαφόρων αστεριών,
όπου κάθε φορά που ενώνονταν δημιουργούσαν κι άλλα χρώματα, πιο πολλά χρώματα,
πιο πρωτότυπα χρώματα. Δημιουργούσαν καινούργια χρώματα, τα οποία δεν είχε
ξαναδεί μάτι ανθρώπου!
Κι
επίσης, ακούγονταν παντού γέλια και χαρές. Πρέπει εκεί ψηλά στον ουρανό το
πάρτυ να είχε πάρει … φωτιά. Χαρούμενες φωνούλες ακούγονταν κάθε φορά που ένα
αστεράκι κουτουλούσε με ένα άλλο και δημιουργούσαν μαζί ένα καινούργιο χρώμα,
χρωματίζοντας τον ουρανό. Μετά έπεφταν με μια καταπληκτική βουτιά σε κάποιο
γυάλινο βαζάκι, χρωματίζοντάς το με το δικό τους διαφορετικό και μοναδικό χρώμα.
Κανένα βαζάκι δεν είχε το ίδιο χρώμα με κάποιο άλλο!!!
Εκείνο
το βράδυ, ήταν το πρώτο βράδυ, κατά το οποίο στη γειτονιά του γινόταν πολύς
σαματάς. Τόσος πολύς σαματάς που ο κόσμος αναγκάστηκε να βγει από τα σπίτια του
για να δει από πού ερχόταν αυτό το χρωματιστό φως και ποιος έβγαζε αυτές τις
φωνές. Δεν ήταν άσχημες φωνές, ήταν χαρούμενες φωνές, αλλά ξέρετε πώς είναι η
περιέργεια των ανθρώπων, και, κυρίως, των γειτόνων! Πρώτη φορά άκουγαν τέτοιου
είδους φωνές στη γειτονιά τους και μάλιστα μές τη νύχτα. Μα, καλά
αναρωτιόντουσαν ποιος είχε όρεξη για πάρτυ βραδιάτικα…
Εκείνο
το βράδυ όλοι οι γείτονες του επιστήμονά μας βγήκαν έξω από τα σπίτια τους και
καθώς χάζευαν το μοναδικό πανηγύρι που γινόταν στο νυχτερινό ουρανό, μετά
ακολουθούσαν τις βουτιές των αστεριών, οι οποίες κατέληγαν στο σπίτι του
γείτονά τους. Μόλις έφτασαν κοντά στο σπίτι του δεν πίστευαν στα μάτια τους.
Ολόκληρο το σπίτι του επιστήμονάς μας φωτιζόταν από … μέσα, σαν να είχε πάρει
φωτιά. Ναι, καλά διαβάσατε! Το φως ερχόταν μέσα από το σπίτι. Αυτό τους έκανε
τρομερή εντύπωση. Ο επιστήμονάς μας καθόταν στην καρέκλα του στη βεράντα …
άνετος, σαν να το είχε δει αυτό το θέαμα χιλιάδες φορές στη ζωή του
(επιστήμονας ήταν άλλωστε, ήξερε περισσότερα πράγματα!) και παρακολουθούσε μια
το χορό των αστεριών στον ουρανό, μια τις φοβερές βουτιές τους στα γυάλινα
βαζάκια του, και μια τους περίεργους γείτονές του, οι οποίοι κοίταγαν άφωνοι το
σπίτι του που φωτιζόταν … από μέσα. Και δεν ήταν το φως του ήλιου, αφού ήταν
βράδυ, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.
Τότε
ένας από αυτούς πήρε το θάρρος και μπήκε μέσα στον κήπο του σπιτιού του
επιστήμονα.
-
Τι συμβαίνει; ρώτησε ο γείτονας τον
επιστήμονα
-
Δεν είναι καταπληκτικό αυτό που συμβαίνει;
απάντησε ο επιστήμονας.
-
Ναι, αλλά πως το κάνεις; Ξαναρώτησε ο
γείτονας.
-
Δεν το κάνω εγώ. Το κάνουν τα αστέρια του
ουρανού. Αυτά το ξεκίνησαν κι εγώ απλώς τα βοηθάω να μας χαρίσουν το φως τους
αυτή τη σκοτεινή βραδιά, είπε ο επιστήμονας χαρούμενος.
-
Το σπίτι σου πως έχει φως; Μπορώ να έχω κι
εγώ φως στο σπίτι μου; Ρώτησε ο γείτονας τον επιστήμονα.
Ο
επιστήμονας πήρε ένα βαζάκι από τον κήπο του και του το έδωσε.
- Παρ’
το, του είπε, και πήγαινέ το στο σπίτι σου.
Ο
γείτονας πήρε το βαζάκι που του έδωσε και πήγε γρήγορα στο σπίτι του, που ήταν
ακριβώς δίπλα από το σπίτι του επιστήμονα και με το που τοποθέτησε το βαζάκι
του στο τραπέζι του σαλονιού, φωτίστηκε όλο το δωμάτιο, η κουζίνα, το χωλ και η
σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο του σπιτιού. Μόλις είδαν κι άλλοι αυτό το
καταπληκτικό θέαμα, πήγαν κι αυτοί και ζήτησαν από ένα βάζο με αστεράκι μέσα
από τον επιστήμονα, κι αυτός τούς το έδωσε πολύ ευχάριστα. Άλλωστε γι’ αυτό
είχε φτιάξει τόσα πολλά βάζα. Δεν ήταν όλα για το δικό του σπίτι.
Όλοι,
λοιπόν, στη γειτονιά πήραν από ένα βαζάκι και το έβαλαν στο σπίτι τους, κι
αμέσως όλα τα σπίτια φωτίστηκαν. Φωτίστηκαν όλα τα σπίτια της γειτονιάς, κι
όποιος τα έβλεπε από τον ουρανό ήταν να υπήρχαν αστεράκια στη Γη. Το θέαμα από
ψηλά ήταν τόσο ωραίο, που τα αστεράκια,
βλέποντας από ψηλά στον ουρανό πόσο όμορφη είχε γίνει η γειτονιά του επιστήμονά
μας από τα φωτισμένα βαζάκια του, έκαναν ακόμα πιο τρελά σχέδια και
δημιουργούσαν ακόμα πιο περίεργα χρώματα. Και για να ευχαριστήσουν τον
επιστήμονα για την καταπληκτική ιδέα του έγραψαν με τις ουρές τους στον ουρανό
το όνομά του, το όνομα της καινούργιας του ανακάλυψης: Μπιρελότα!!! Τότε όλοι
οι γείτονες χειροκρότησαν τον κύριο Μπιρελότο, τον πιο έξυπνο και καλό
επιστήμονα της πόλης τους. Από τότε, κάθε φορά που βράδιαζε, τα αστεράκια
φώτιζαν μέσα από τα βαζάκια του κυρίου Μπιρελότου, τα σπίτια των ανθρώπων.
Σε
λίγο καιρό, ο κύριος Μπιρελότος είχε φτιάξει λίγο πιο μεγάλα βαζάκια για να
φωτίζονται και οι δρόμοι που ενώνουν τα σπίτια της γειτονιάς του. Κι έτσι μετά
από πολύ καιρό φωτίστηκαν κι άλλα σπίτια, κι άλλες γειτονιές, κι άλλες πόλεις,
και τα αστεράκια, κάθε φορά που έβλεπαν κι άλλα σπίτια, κι άλλες γειτονιές, κι
άλλες πόλεις με φως έκαναν τρελό γλέντι ψηλά στον ουρανό, έφτιαχναν καινούργια
σχέδια και χρώματα, τραγουδούσαν και φώναζαν δυνατά από τη χαρά τους, με
αποτέλεσμα να ακούγονται όλο και πιο μακριά.
Αυτόν
τον χορό των αστεριών βλέπουμε κι εμείς ψηλά στον ουρανό και τα όμορφα σχέδια
και τα καταπληκτικά χρώματα των μπιρελότων δεν είναι τίποτα άλλο παρά αστεράκια
που κουτουλάνε μεταξύ τους. Όσο για τον θόρυβο που κάνουν, αυτός δεν πρέπει να
μας τρομάζει, γιατί δεν είναι τίποτα άλλο από τις χαρούμενες φωνούλες των
αστεριών, όταν κάνουν όλα αυτά κόλπα. Έτσι, την επόμενη φορά που θα δούμε
χρώματα και σχέδια στον ουρανό, και θα ακούσουμε κάποιον … μικρό θορυβούλη,
εμείς δεν θα τρομάξουμε, γιατί τώρα, πια, ξέρουμε ότι τα αστεράκια, όταν έχουν
πάρτυ στον ουρανό γίνονται Μπιρελότα και φωτίζουν όχι μόνο τον ουρανό αλλά και
ολόκληρη τη Γη!!!
ΤΕΛΟΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου