Στο δρόμο προς το σπίτι του ήταν σκεφτικός,
αλλά το θάρρος του δεν το έχανε. Ποτέ! Ήταν άλλωστε ένας επιστήμονας, κι οι
επιστήμονες δεν χάνουν ποτέ το θάρρος τους, απλώς προσπαθούν λίγο παραπάνω,
σκεφτόταν. Ναι, αυτό είναι θα προσπαθήσω λίγο παραπάνω, σκεφτόταν με σκυμμένο
το κεφαλάκι του, καθώς γύριζε στο σκοτεινό σπιτάκι του, για ακόμα μια φορά.
Εκείνη τη νύχτα ο επιστήμονάς μας δεν είχε και πολλή όρεξη για οτιδήποτε και
αφού ήπιε ένα ποτήρι ζεστό γάλα πήγε κατευθείαν για ύπνο.
Τη
νύχτα τα όνειρά του δεν ήταν και πολύ καλά. Ήταν, μάλλον, λίγο άσχημα. Έβλεπε
τις ηλιαχτίδες του να τον κοροϊδεύουν, και τη μια στιγμή να μπαίνουν στο
γυάλινο χρωματιστό κουτάκι του, ενώ την άλλη να βγαίνουν με δύναμη αφήνοντας
πίσω τους μια τρομερή λάμψη, η οποία χανόταν αμέσως. Ευτυχώς, ήρθε γρήγορα το
πρωί και ο επιστήμονάς μας σηκώθηκε χωρίς να έχει και πολύ κέφι. Έπινε το γάλα
του στο τραπέζι της κουζίνας σκεφτικός. Κοίταζε το σημειωματάριό του όλες αυτές
τις ωραίες ιδέες που είχε σημειώσει εκείνη την πρώτη μέρα στο δάσος και τώρα
του φαινόταν άδικο να μην μπορεί να τις πραγματοποιήσει. Έμεινε όλη την ημέρα
στο σπίτι. Δεν είχε όρεξη να βγει έξω. Ήταν η πρώτη μέρα της ζωής του που την
πέρασε χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Όλοι έχουμε ανάγκη από διακοπές,
σκέφτηκε ο επιστήμονάς μας.
Αργά
το απογευματάκι, ο επιστήμονάς μας καθόταν σε μια κουνιστή καρέκλα στη βεράντα
του σπιτιού του και χάζευε τον ήλιο που έδυε. Έβλεπε όλα εκείνα τα χρώματα που
φώτιζαν μοναδικά τον ουρανό της πόλης του και προσπαθούσε να σκεφτεί έναν τρόπο
να τα βάλει στο δικό του σπίτι. Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα! Μα πως δεν την είχε
σκεφτεί νωρίτερα. Μα πως του είχε ξεφύγει κι αυτή η λύση! Ναι, μερικές φορές
μπλοκάρουν κι οι μεγάλοι επιστήμονες, μην σας φαίνεται παράξενο, συμβαίνει κι
αυτό. Απορούσε, όμως, με τον εαυτό του, που δεν είχε καταλάβει ότι το να πιάσει
τις ηλιαχτίδες ξύπνιες ήταν αδύνατο, ακατόρθωτο. Όμως… αν τις έπιανε στον ύπνο;
Ναι, στον ύπνο, γιατί σας φαίνεται τόσο παράξενο. Τι κάνουν οι ηλιαχτίδες το
βράδυ όταν δεν φωτίζουν το πρωί; Κοιμούνται!!! Χα, το βράδυ, λοιπόν, θα πήγαινε
πάλι στο δάσος, για να πιάσει τις ηλιαχτίδες στον ύπνο. Στον πολύ ύπνο, όχι
μόλις τις έχει πάρει ο ύπνος και τον καταλάβουν και ξυπνήσουν. Θα τις αφήσει να
κοιμηθούν καλά - καλά, να δουν και κανένα ονειράκι, και τότε, θα πάρει μια και
θα τη βάλει στο κουτάκι του, και μετά θα βάλει φτερά στα ποδαράκια του για να
φύγει χωρίς να τον καταλάβουν οι άλλες ηλιαχτίδες ή ο ήλιος! Το πήρε απόφαση!
Μια και μοναδική ήθελε. Μια και μοναδική θα έβαζε μέσα στο κουτάκι του και θα
γύριζε σπίτι πριν ξημερώσει. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε που κοιμούνται οι ηλιαχτίδες,
αλλά μετά σκέφτηκε ότι το σπίτι τους δεν πρέπει να είναι και πολύ μακριά από
εκεί που δύει ο ήλιος. Μόλις άρχισε ο ήλιος να δύει θα τον ακολουθούσε κατά
πόδας, οπότε θα έφτανε και στο σπίτι των ηλιαχτίδων.
Σηκώθηκε
όσο πιο γρήγορα μπορούσε, άνοιξε το πορτάκι του κήπου και ξεχύθηκε στο δρόμο.
Πέρασε με μιας τη γειτονιά του, βγήκε από την πόλη του στο πιτς φιτίλι,
κατευθύνθηκε προς το δάσος, το πέρασε όλο χωρίς να σταματήσει πουθενά, βγήκε
από το δάσος και συνέχισε προς τα κει που έδυε ο ήλιος. Μετά το δάσος ο ήλιος
πήγαινε πίσω από δύο βουνά. Έπρεπε να φτάσει εκεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
Πριν πέσει τελείως το σκοτάδι στην περιοχή αυτή. Έτρεχε ο επιστήμονάς μας με
όλη του τη δύναμη προς τα εκεί που ενώνονταν τα δύο βουνά. Έφτασε λίγο πριν κρυφτεί
πίσω από αυτά ο ήλιος. Αχά, τώρα δεν μπορούσε να του κρυφτεί ο ήλιος, ούτε οι
ηλιαχτίδες. Τώρα ήξερε που έμενε ο ήλιος και ήταν σίγουρος ότι το φως των
ηλιαχτίδων θα τον οδηγούσε στο σπίτι τους. Πόσο μακριά να έμεναν, άφαγε, από
τον ήλιο. Μωρέ, ας έβρισκε τον ήλιο και μετά οι ηλιαχτίδες δεν θα μπορούσαν να
του κρυφτούν. Έφτασε στο σημείο που
ενώνονταν τα δύο βουνά, κοίταξε πίσω από τα βουνά αλλά δεν είδε απολύτως
τίποτα. Και δεν έφταιγε το σκοτάδι γι’ αυτό. Ωωωωω, μου που πήγε ο ήλιος, πάλι
μου κρύφτηκε; Που είναι οι ηλιαχτίδες, που μένουν, δεν βλέπω πουθενά ούτε ήλιο,
ούτε ηλιαχτίδες, φώναζε όλο καημό ο επιστήμονας, γιατί πίστευε ότι πίσω από τα
βουνά θα έβρισκε, επιτέλους, τον ήλιο και τις ηλιαχτίδες του. Και είχε
αποφασίσει να ζητήσει την άδεια από τον ίδιο τον Ήλιο για να πάρει μια και
μοναδική ηλιαχτίδα. Δεν θα την έπαιρνε έτσι χωρίς να ρωτήσει. Δεν του το
επέτρεπε η αγωγή του και η ιδιότητά του. Οι επιστήμονες δεν κλέβουν, κι αν
υπάρχουν κάποιοι που το κάνουν, τότε θα πρέπει να τιμωρούνται με …επιστημονικό
τρόπο, έλεγε και ξανάλεγε ο επιστήμονας. Έτσι είχε αποφασίσει να ρωτήσει πρώτα
τον Ήλιο αν θα μπορούσε, τουλάχιστον, να δανειστεί μια ηλιαχτίδα, μόνο μία.
Άλλωστε, ως επιστήμονας, ήξερε, πολύ καλά, ότι όσες ηλιαχτίδες κι αν είχε ο
ήλιος, του ήταν όλες τους σημαντικές. Αλλά για μια μόνο ηλιαχτίδα δεν νομίζω να
μου χαλάσει το χατίρι το ήλιος, μονολογούσε ο επιστήμονας.
Όμως,
δεν έβλεπε πουθενά ούτε τον Ήλιο, ούτε τις ηλιαχτίδες του. Έψαξε πίσω από τα
βουνά που είχε δει τον ήλιο να δύει, έψαξε πίσω από κάτι άλλα βουνά, έψαξε πίσω
από κάτι χιονισμένα βουνά, έψαξε πίσω από κάτι ανθισμένα βουνά, αλλά πουθενά.
Που θενά δεν έβλεπε ούτε τον ήλιο ούτε τις ηλιαχτίδες του. Σαν να τους είχε
καταπιεί η Γη! Μήπως τους είχε καταπιεί, πραγματικά, η Γη, σκεφτόταν ο
επιστήμονάς μας και κοίταζε μια αριστερά και μια δεξιά, ξύνοντας το κεφαλάκι
του. Τίποτα, τελικά, μάλλον, οι ηλιαχτίδες ήταν άπιαστες, ακόμα και στον ύπνο
τους! Οι ηλιαχτίδες το πρωί ήξεραν κι έπαιζαν πάρα πολύ καλό κυνηγητό και το
βράδυ πάρα πολύ καλό κρυφτό!
Το
όνειρό του για ένα φωτεινό σπίτι και το βράδυ, μάλλον, θα έπρεπε να το
εγκαταλείψει. Μάλλον, θα έπρεπε να μάθει να δουλεύει μόνο το πρωί. Και το
απόγευμα; Τι θα έκανε τόσες ώρες το απόγευμα; Ήταν πολλές οι ώρες το απόγευμα.
Κι αν το απόγευμα του ερχόταν κάποια καλή ιδέα, πως θα έβλεπε να τη σημειώσει,
αναρωτιόταν ο επιστήμονας, και δεν μπορούσε να καταλάβει τι δεν είχε πάει
καλά. Άλλωστε αν κατάφερνε να βρει τρόπο
να φωτίζει τα δικά του βράδια, τότε, ίσως, να κατάφερνε να βρει κι έναν τρόπο
να φωτίζει και τα βράδια στα άλλα σπίτια της γειτονιάς του. Και γιατί όχι να
έβρισκε έναν τρόπο να φωτίζει και τα βράδια όλης της πόλης τους, κι, ίσως, κι
άλλων πόλεων. Θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα αν έβρισκε αυτόν τον τρόπο. Θα
ήταν πολύ καλύτερα όχι μόνο για αυτόν αλλά και για άλλους ανθρώπους, να έβρισκε
επιτέλους τον τρόπο να έχει φως το βράδυ στο σπίτι του. Όμως, δεν ήξερε αυτόν
τον τρόπο. Δεν ήξερε έπρεπε να ψάξει για να βρει αυτόν τον τρόπο.
Η ώρα
είχε περάσει κι ο επιστήμονάς μας βρισκόταν πάρα πολύ μακριά από το σπίτι του.
Ούτε λόγος να γυρίσει στο σπίτι του. Ήταν τόσο κουρασμένος από όλο αυτό το
κυνηγητό. Όπως ήταν κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου και αποφάσισε να ξεκουραστεί
λιγάκι. Να ανακτήσει δυνάμεις για να μπορέσει να γυρίσει πίσω στο σπίτι του.
Πω, πω κι ήταν μακρύς ο δρόμος προς το σπίτι και …. πολύ σκοτεινός….
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου