Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Πέμπτο Κεφάλαιο

Όσο καθόταν εκεί κάτω στη ρίζα του δέντρου σκεφτόταν που μπορεί να κρύφτηκαν. Αφού οι ηλιαχτίδες δεν κρύβονταν στη Γη, τότε που μπορεί να είχαν κρυφτεί. Και τότε έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Ούτε όμως κι εκεί βρήκε τον ήλιο. Όσο για ηλιαχτίδες ούτε κουβέντα. Εξαφανισμένες όλες τους. Όμως, μπορεί ο νυχτερινός ουρανός να μην ήξερε που κρύβονταν οι ηλιαχτίδες, ήταν όμως γεμάτος με φωτεινά αστέρια. Τι ωραία που φωτιζόταν ο ουρανός με αυτά τα μικρά αστεράκια. Πόσο όμορφα φαίνονταν όλα αυτά τα αστέρια πάνω ψηλά στον ουρανό. Και τότε άρχισε το μεγάλο γλέντι των αστεριών.
            Κάποια αστέρια τα πιο μικρά χοροπηδούσαν και έφτιαχναν όμορφα σχήματα στον ουρανό, δίνοντάς του ένα άλλο χρώμα. Ο ουρανός, μέσα από τον χορό των αστεριών, γινόταν κίτρινος, πορτοκαλί, πράσινος. Και τα σχέδια μοναδικά. Κανένα δεν έμοιαζε με το προηγούμενο ή το επόμενο. Τα πολύ μικρά αστέρια πηδούσαν από το πιο ψηλό σημείο του ουρανού, σχεδίαζαν με καμπύλη και έκαναν μια θεαματική βουτιά στη Γη. Ήταν μοναδικό το θέαμα. Και το φως. Πω, πω πόσο φως έβγαινε από αυτά τα μικρά αστεράκια.
Ο επιστήμονάς μας κοίταζε τον ουρανό μαγεμένος. Με τέτοιο φως θα μπορούσε να γυρίσει να βρει το δρόμο για το σπίτι του. Όπως σηκώθηκε για να φύγει γλίστρησε το καπάκι του γυάλινου κουτιού του και πριν καλά – καλά το καταλάβει στον πάτο του κουτιού του βρισκόταν ένα χαρούμενο αστεράκι. Ο επιστήμονάς μας δεν πίστευε στα μάτια του. Τι όμορφο που ήταν αυτό το αστεράκι, πόσο λαμπερό, αλλά δεν μπορούσε να το κρατήσει. Όλοι του οι φίλοι ήταν στον ουρανό, έπρεπε να το βοηθήσει να γυρίσει κι αυτό στους φίλους του στον ουρανό. Το έπιασε μαλακά στο χέρι του και έκανε μια κίνηση για να το στείλει στον ουρανό, όμως το αστεράκι του χαμογέλασε και του είπε ότι τον έστειλε ο Ήλιος για να του φωτίζει τα βράδια.
- Οι ηλιαχτίδες είναι για να φωτίζουν τις μέρες σας, είπε το αστεράκι. Εμείς τα αστέρια είμαστε οι κατάλληλοι να σας φωτίζουμε τις νύχτες σας.
            Ο επιστήμονάς μας δεν πίστευε στα αφτιά του, τώρα.
- Δηλαδή, του είπε, μπορώ να σε πάρω σπίτι, να φωτίσεις τα βράδια μου; Ρώτησε το αστεράκι ο επιστήμονάς μας.
- Φυσικά, του απάντησε το αστεράκι. Γι’ αυτό κατέβηκα μέχρι εδώ κάτω. Έλα πάμε σπίτι. Άσε μου να σου φωτίζω το δρόμο.
Πράγματι, το αστεράκι μέσα στο γυάλινο χρωματιστό κουτάκι, φώτιζε με διάφορα χρώματα το δρόμο της επιστροφής του επιστήμονά μας, με αποτέλεσμα να φτάσει αυτός πολύ γρήγορα στο σπίτι.
            Όταν έφτασε στο σπίτι, τοποθέτησε το αστεράκι του σε ένα γυάλινο χρωματιστό βάζο και το κρέμασε στην πόρτα του σπιτιού του. Αμέσως φωτίστηκε όλη η είσοδος του σπιτιού και ο κήπος του. Κι είχε έναν πολύ περιποιημένο κήπο ο επιστήμονάς μας. Μετά πήρε το χρωματιστό βάζο με το αστεράκι και το πήγε στο εργαστήριό του. Με μιας φωτίστηκε κάθε γωνιά του εργαστηρίου του. Ο επιστήμονάς μας ήταν κατασυγκινημένος. Αυτό θα ήταν το πρώτο βράδυ που μπορούσε να δουλέψει … βράδυ και στρώθηκε στη δουλειά. Όλη τη νύχτα ακούγονταν ήχοι γυαλιού από το εργαστήριό του. Μετά από πολλές ώρες, νυχτερινές ώρες, στο εργαστήριό του, τον βρήκε το πρωί της επόμενης μέρας κουρασμένο αλλά ευτυχισμένο. Κλείδωσε το εργαστήριό του και πήγε να ξεκουραστεί. Τον περίμενε άλλη μια κουραστική νύχτα σαν κι αυτήν που μόλις είχε τελειώσει. Κοιμήθηκε μέχρι αργά το απόγευμα.
Πριν αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι είχε καταφέρει να γεμίσει όλο τον κήπο του και τη βεράντα του με μικρά γυάλινα βαζάκια. Όλοι οι γείτονες τόν κοίταζαν περίεργα. Πάει τρελάθηκε, έλεγαν μεταξύ τους, βλέποντας όλα αυτά τα μικρά γυάλινα χρωματιστά βαζάκια. Όταν τον ρώτησαν τι τα ήθελε, αυτός δεν απάντησε απλώς χαμογέλασε και τους είπε να περιμένουν να βραδιάσει κι άλλο. Οι περισσότεροι, βέβαια, δεν του έδωσαν και πολύ σημασία. Ήταν σίγουροι ότι ο επιστήμονας ήταν ένας τρελο – επιστήμονας! Χωρίς αμφιβολία!
            Το βράδυ έφτασε κι όλοι ήταν μαζεμένοι στα σπίτια τους. Μόνο ο επιστήμονάς μας ήταν έξω από το σπίτι, στο σκοτάδι. Καλά όχι ακριβώς σκοτάδι, γιατί είχε ακόμα το μικρό του αστεράκι μέσα στο γυάλινο κουτάκι του, πάντα δίπλα του. Όπου κι αν πήγαινε είχε το γυάλινο κουτάκι με το αστεράκι μαζί του. Τα είχε όλα έτοιμα, κι έκατσε στην πολυθρόνα της βεράντας του. Περιμένοντας! Τι ούτε κι ο ίδιος ήξερε τι ακριβώς ή πότε ακριβώς. Όμως περίμενε γιατί ήξερε βαθιά μέσα του, ότι κι άλλα αστεράκια θα έκαναν αυτές τις καταπληκτικές βουτιές από τον ουρανό.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου