Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΝ ... ΟΛΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ...


Πρώτο Παραμύθι"Ο κύριος Μπιρελότος" 

Πηγή έμπνευσης του Πρώτου Παραμυθιού

Πριν από την ανάρτηση κάθε δικής μου έμπνευσης παραμυθιού θα προηγείται μια ανάρτηση υπό τον τίτλο «Πηγή έμπνευσης του παραμυθιού», προκειμένου κι εσείς να αντιλαμβάνεστε την όλη ατμόσφαιρα του παραμυθιού. Όταν, όμως, θα αναρτώ τα κλασικά παραμύθια έτσι όπως τα διηγούμαι στα παιδιά μου θα προηγείται ένα είδος ανάλυσης, το οποίο θα αναφέρεται στα επίμαχα εκείνα σημεία, τα οποία εγώ προσωπικά θεωρώ επικίνδυνα, τουλάχιστον, για τα δικά μου παιδιά. Έτσι, λοιπόν…
            Πηγή έμπνευσης του παραμυθιού, που ξεκινά από αύριο, στάθηκε το βράδυ της Ανάστασης πριν από επτά χρόνια. Η πρώτη μου κόρη είχε «ξεπεταχτεί» πια και αποφασίσαμε με το σύζυγό μου να πάμε όλοι μαζί το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ να παρακολουθήσουμε τη Θεία Λειτουργία στην Εκκλησία της γειτονιάς μας.  Πράγματι, αφού ντυθήκαμε και στολιστήκαμε, οικογενειακώς, πήραμε ανά χείρας τις λαμπάδες μας (3-4 όλες παιδικές!!!) και ένα φαναράκι, το οποίο είχε φτιάξει η μικρή στο σχολείο, ειδικά για να μεταφέρουμε το Άγιο Φως με ασφάλεια στο σπίτι. Ξεκινήσαμε, όλο χαρά, για την Εκκλησία. Φτάσαμε πάρα πολύ νωρίς, κι έτσι αφού ασπαστήκαμε τις εικόνες και ανάψαμε και καμιά τριανταριά κεράκια, αποφασίσαμε να πάμε να καθίσουμε στις καρέκλες μπροστά-μπροστά, να μην μας κόβει κανείς τη ‘’θέα’’ προς το Ιερό. Μέσα σε λίγα λεπτά, η Εκκλησία πλημμύρισε από κόσμο και ψαλμωδίες. Η εικόνα που αντίκριζε η μικρή, όπου κι αν γύριζε τα ματάκια της, ήταν πρωτόγνωρη για αυτήν. Με ερωτήσεις του τύπου, γιατί έρχονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι στην Εκκλησία τόσο αργά, που θα κάτσουν, τι θα κάνουν, πότε θα ανάψουμε τις λαμπάδες, πότε όλος αυτός ο κόσμος θα φύγει για να πάει σπίτι τους να κοιμηθεί, πέρασε η ώρα κι έφτασε η στιγμή, που σβήνουν τα φώτα για να ψάλει ο ιερέας το «Χριστός Ανέστη». Εντάξει, σε αυτή τη φάση κρατήσαμε την ψυχραιμία μας, την είχαμε ενημερώσει και όλα καλά μέχρι … που άρχισε να ψέλνει ο ιερέας το Χριστός Ανέστη και από το Χ πριν ακόμα ολοκληρώσεις το Χριστός ξεκίνησε ένας … βομβαρδισμός από βαρελότα, στράκα στρούκες και πυροτεχνήματα! Αυτό ήταν! Είχε έρθει το τέλος μας, (κι όχι εξαιτίας της Δευτέρας Παρουσίας), γιατί η μικρή τρόμαξε τόσο πολύ, που άρχισε να φωνάζει και να τσιρίζει … μέσα στην Εκκλησία (χωρίς ευτυχώς να ακούγεται το παραμικρό μιας και την παράσταση την είχαν κλέψει τα βαρελότα και η φασαρία τους!).
Έτσι, αποφασίσαμε να φύγουμε άρον – άρον. Αλλά κι αυτό ήταν μια κουβέντα μιας κι έξω από την Εκκλησία γινόταν κανονικός ‘’πόλεμος’’ από τα βαρελότα. Αφού μετά από αρκετή ώρα (τουλάχιστον έτσι φάνηκε σε μας) καταφέραμε και μπήκαμε στο αυτοκίνητο, η μικρή είχε φοβηθεί τόσο μα τόσο πολύ που νόμιζα ότι έτσι όπως χτυπάει η καρδούλα της θα πεταχτεί έξω από το σώμα της και θα αρχίσει να τρέχει … πανικόβλητη! Τότε μου ήρθε η ιδέα να της πω ένα παραμύθι, για να την ηρεμήσω λιγάκι. Το παραμύθι ήταν σχετικό με τα βαρελότα, αλλά η μικρή (η οποία βέβαια τώρα είναι η πρωτότοκη και καμαρώνει), επειδή ακόμα δεν μίλαγε και πάρα πολύ καθαρά, αντί για βαρελότα είπε μπιρελότα και έτσι, βουαλά, γεννήθηκε, εκείνη την ‘’πολεμική’’ νύχτα της Ανάστασης, ο κύριος Μπιρελότος.
            Ο κύριος Μπιρελότος, λοιπόν, έκανε την πρώτη του παγκόσμια εμφάνιση πριν από επτά χρόνια, ξεπηδώντας μέσα από ένα παραμύθι της στιγμής και κυρίως της ανάγκης. Όμως, αυτό το παραμυθάκι της στιγμής τής άρεσε τόσο πολύ, που από εκείνο το βράδυ της το έλεγα κάθε πρωί που σηκωνόταν για να πάει στο σχολείο, κάθε μεσημέρι, που γυρνούσε από το σχολείο και κάθε βράδυ για να κοιμηθεί, κάθε μέρα μα κάθε μέρα χωρίς σταματημό, για όλο τον Απρίλιο, τον Μάιο, τον Ιούνιο, τον Ιούλιο, τον Άυγουστο, τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο. Ευτυχώς, το Δεκέμβριο αλλάξαμε ρεπερτόριο και ξεκινήσαμε χριστουγεννιάτικα παραμύθια, αλλά από τότε, πριν από επτά χρόνια, ο κύριος Μπιρελότος αποτελεί το σήμα κατατεθέν μας και το εναρκτήριο παραμύθι της πασχαλιάτικης περιόδου. Φυσικά, η πρώτη εκείνη εκδοχή του κυρίου Μπιρελότου, μέσα στο αυτοκίνητο, στο πέρασμα των μηνών (μέχρι το Νοέμβριο, που είχε η μεγάλη μου η κόρη τα γενέθλιά της) άλλαξε, μεγάλωσε, αναπτύχθηκε και απέκτησε διάφορες, εποχιακές αλλά και πιο διαχρονικές ιστορίες. Μάλιστα, κάποια στιγμή, επειδή από τις πολλές παραλλαγές τσαντίστηκε η μεγάλη μου πια κόρη, και μου έβαζε τις φωνές κάθε φορά που άλλαζα εκείνη την πρώτη ιστορία, αναγκάστηκα και έγραψα την ιστορία του σε ένα παραμυθοτετράδιο με διάφορες ζωγραφιές, κι έτσι, μετά από εκείνο το Πάσχα, κάθε Πάσχα ανοίγαμε αλλά και εξακολουθούμε να ανοίγουμε το παραμυθοτετράδιό μας για να διαβάσουμε εκείνη την πρώτη ιστορία του κυρίου Μπιρελότου. Σήμερα, την διαβάζω στη μικρή μου κόρη και πολύ της αρέσει … χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν ενοχλείται από τα … μπιρελότα. Τουλάχιστον, όμως, διατηρούν και τα δύο μου τα κορίτσια μια πιο αξιοπρεπή στάση, τόσο μέσα, όσο και έξω από την Εκκλησία. Βέβαια, κι εμείς ως γονείς εκπαιδευτήκαμε λίγο καλύτερα, όσον αφορά το θέμα της νύχτας της Ανάστασης, αλλά αυτό θα το θίξουμε σε άλλη ανάρτησή μας.
            Από αύριο, λοιπόν, ξεκινάμε τη διήγησή μας από αυτή την πρώτη ιστορία του κυρίου Μπιρελότου, και μιας και πλησιάζουν οι μέρες του Πάσχα και φυσικά τα … απαραίτητα μπιρελότα του (γιατί η αλήθεια είναι ότι Ανάσταση χωρίς στράκα στρούκες και μπιρελότα δεν νοείται!!!... δεν τη χαίρεσαι βρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε) δεν είναι καθόλου κακή ιδέα να θυμάστε κάποιες αράδες του παραμυθιού, έτσι για ώρα ανάγκης …

            Καλή σας ανάγνωση …
Πρώτο κεφάλαιο

            Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πάρα μα πάρα μα πάρα πολλά χρόνια, ήταν ένας κύριος, ο οποίος ήταν μεγάλος και λαμπρός επιστήμονας με … πολλά και άλυτα μυστήρια! Ένα από τα πολλά του μυστήρια ήταν ότι δεν μπορούσε να δουλέψει στο υπερσύγχρονο – για την εποχή εκείνη – εργαστήριό του μετά τη δύση του ηλίου. Το πρόβλημά του ήταν πράγματι μεγάλο, γιατί τότε δεν υπήρχε ρεύμα, για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν και να κάνουν δουλειές, όταν ο ήλιος δεν ήταν ψηλά στον ουρανό. Δεν υπήρχε καθόλου ρεύμα, ούτε μέσα στα σπίτια, ούτε κι έξω στο δρόμο. Γι’ αυτό όλοι μαζεύονταν μέσα στα σπίτια τους, κάθονταν κοντά στο τζάκι, έτρωγαν το βραδινό τους και μετά νωρίς - νωρίς στο κρεβάτι για ύπνο, που κι αυτό γινόταν κοντά στο τζάκι, για να έχουν ζεστασιά. Όμως ο δικός μας ο επιστήμονας, όπως όλοι οι επιστήμονες δεν κοιμόταν νωρίς, γιατί ήταν ένας από τους πιο λαμπρούς επιστήμονες της εποχής που του άρεσε να δουλεύει και τη νύχτα, όταν είχε ησυχία στη γειτονιά και δεν τον ενοχλούσε κανείς. Επίσης, δεν μπορούσε να φτιάξει τζάκι ούτε σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού του, αλλά ούτε και μέσα στο εργαστήριό του, γιατί το τζάκι ήταν πολύ επικίνδυνο, μιας και το εργαστήριο του επιστήμονά μας ήταν γεμάτο από διάφορα υλικά που αγαπούσαν πάρα πολύ η φωτιά.
            Τι να κάνει, λοιπόν, κι ο επιστήμονάς μας, αναγκαστικά κάθε πρωί ασχολιόταν με όλες εκείνες τις ασχολίες, οι οποίες είχαν μείνει πίσω από το προηγούμενο βράδυ, εξαιτίας του σκοταδιού που επικρατούσε στο σπιτάκι του και όταν τελικά κατάφερνε να τις τελειώσει είχε περάσει τόση πολύ ώρα που είχε φτάσει το απόγευμα όπου ειδικά το χειμώνα νυχτώνει πολύ νωρίς, με αποτέλεσμα να μην προλαβαίνει να εργαστεί, ούτε με το φως της ημέρας, αλλά ούτε και στο σκοτάδι….
Θα μου πείτε, τώρα, μα πόσες πολλές δουλειές είχε κάθε πρωί κι αυτός ο επιστήμονας πια; Πολλές, γιατί ήταν πολύ ζημιάρης, χωρίς να φταίει, όμως, ο καημένος. Αφού δεν έβλεπε να φτιάξει το βραδινό του, έσπαγε κάποιο πιάτο ή κάποιο ποτήρι, ή αν κατάφερνε να μην σπάσει τίποτα, μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να δει για να βάλει το φαγητό του από την κατσαρόλα στο πιάτο για να φάει, κι έτσι το φαγητό προσγειωνόταν στο πάτωμα στης κουζίνας. Φανταστείτε, λοιπόν, πόσες πολλές δουλειές είχε να κάνει κάθε πρωί. Να μαζέψει τα σπασμένα κουζινικά του, να σφουγγαρίσει το πάτωμα της κουζίνας που είχε ρίξει κατά λάθος το φαγητό του, με αποτέλεσμα ώσπου να τακτοποιηθεί κι ο ίδιος, να καταφέρει να φάει, να κάνει ένα μπάνιο, να πάει στην αγορά να ψωνίσει διάφορα πράγματα για το σπίτι και το εργαστήριό του, έφτανε μεσημέρι! Εντάξει, δεν ήταν και ο πιο γρήγορος επιστήμονας του κόσμου, τι να κάνουμε. Ήταν και λιγάκι τροφαντούλης, γιατί εκτός από επιστήμονας τού άρεσε και το καλό φαγητό, το πολύ καλό φαγητό, οπότε καταλαβαίνετε ότι τον ήθελε τον χρόνο του ο επιστήμονάς μας, για να κάνει τις δουλίτσες του που δεν ήταν … επιστημονικές. 
Εκτός όμως, από αυτά τα καθημερινά προβληματάκια του ο αξιολάτρευτος αυτός επιστήμονάς μας είχε κι άλλο ένα ακόμα πιο σημαντικό πρόβλημα! Επιστημονικό πρόβλημα, όπως το χαρακτήριζε ο ίδιος. Το πρόβλημά του ήταν ότι όταν έδυε ο ήλιος και ησύχαζε όλη η γειτονιά και τα μαγαζιά έκλειναν, τότε, εκείνες τις ήσυχες ώρες, που όλος ο κόσμος, μικροί και μεγάλοι βρίσκονταν στα σπίτια τους, ο επιστήμονάς μας είχε φοβερές και καταπληκτικές ιδέες. Μα, θα μου πείτε, γιατί αυτό είναι πρόβλημα … μάλλον δεν καταλαβαίνετε τι εννοώ! Όλες οι καλές ιδέες τού έρχονταν μέσα στο σκοτάδι. Τότε που όλοι πέφτουν για ύπνο, το μυαλό ξυράφι του επιστήμονάς μας κατακλυζόταν από πρωτότυπες και μοναδικές ιδέες. Δυστυχώς, δεν μπορώ να σας πω έστω και μια από αυτές τις καταπληκτικές ιδέες. Και τον επιστήμονά μας να ρωτήσετε πάλι κι αυτός θα ξύσει το κεφαλάκι του χωρίς όμως να μας πει ούτε μια ιδέα. Και ξέρετε γιατί; Ναι, καλά καταλάβατε!!! Γιατί και ο ίδιος δεν τις έχει γράψει πουθενά. Μα, τι απρόσεκτος, θα μου πείτε! Όχι δεν είναι απρόσεκτος, απλώς δεν τις έχει γράψει πουθενά κι αυτός να τις θυμάται, διότι πολύ απλά μέσα στο σκοτάδι ήταν αδύνατο να βρει το σημειωματάριο και το μολύβι του, για να τις σημειώσει. Προσπαθούσε να λύσει αυτό το πρόβλημα με διάφορους τρόπους, αλλά μάταια.
Μάταια, προσπαθούσε να κινηθεί από το ένα δωμάτιο στο άλλο, μάταια προσπαθούσε να σημειώσει τις λαμπρές του ιδέες πάνω στο σημειωματάριό του, αφού ποτέ δεν το έβρισκε. Μάλιστα, μια φορά που είχε νομίσει ότι το είχε βρει, και είχε σημειώσει ίσα με δέκα καταπληκτικές ιδέες, την επόμενη μέρα κατάλαβε ότι τις είχε … πλύνει τις ιδέες του, γιατί τις είχε σημειώσει τελικά πάνω σε μια πετσέτα της κουζίνας. Ούτε μια δεν κατάφερε να διασώσει, καθώς κάποιες ιδέες είχαν σβηστεί καθώς σκούπιζε τα πιάτα, άλλες καθώς σκούπιζε τα ποτήρια, κι άλλες καθώς σκούπιζε τα χέρια του. Αλλά και το σημειωματάριό του να έβρισκε, έχανε πάνα το μολύβι του.
Κάποια άλλη φορά, είχε αποφασίσει, για να μην τις ξεχάσει τις ιδέες που του έρχονταν το βράδυ, να μην κοιμηθεί καθόλου μα καθόλου όλη τη νύχτα, να μην κλείσει κανένα από τα δύο πανέξυπνα ματάκια του, και έτσι μόλις ξημέρωνε το πρωί θα τις σημείωνε στο σημειωματάριό του και μετά θα πήγαινε να κοιμηθεί ήσυχος πια ότι οι ιδέες του θα ήταν προστατευμένες μέσα στο σημειωματάριό του. Όμως, δεν πέτυχε ούτε αυτή η λύση μιας κι ο επιστήμονάς μας ήταν πολύ κουρασμένος καθώς  για να μην τον πάρει ο ύπνος, έλεγε τις ιδέες του φωνακτά όλη τη νύχτα περπατώντας πάνω – κάτω στο εργαστήριό του, ώσπου κάποια στιγμή για να ξεκουράσει λίγο τα ποδαράκια του, κάθισε στην … επιστημονική του πολυθρόνα, κι αμέσως τον πήρε ένας γλυκός ύπνος. Το πρωί, που σηκώθηκε, δεν θυμόταν καμιά από τις ιδέες του για να τις σημειώσει στο σημειωματάριό του κι έτσι πάνε πέταξαν κι αυτές οι λαμπρότατες επιστημονικές του ιδέες, για άλλη μια φορά!
Κατάλαβε, λοιπόν, ότι δεν ήταν λύση να μένει ξύπνιος το βράδυ για να μην ξεχνάει τις ιδέες του, αλλά ότι θα έπρεπε να βρει μια λύση για να μπορεί να δουλεύει και το βράδυ. Και μάλιστα θα έπρεπε να βρει μια λύση για να μπορεί να δουλεύει …όχι μόνο ένα βράδυ, αλλά κάθε βράδυ. Δύσκολη υπόθεση ακόμα και για το ευφυέστατο μυαλό του δικού μας κυρίου επιστήμονα. Δεν μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά. Αν δεν έβρισκε έναν τρόπο να φωτίσει τις νύχτες του, στο τέλος θα ξέχναγε όλες τις ιδέες του, το εργαστήριό του θα έπιανε αράχνες και τότε τι θα έκανε, δεν ήξερε να κάνει κάτι άλλο. Όλη του τη ζωή ήταν επιστήμονας. Και το να σκουντουφλάει όλη τη νύχτα κάθε νύχτα σε ό,τι έβρισκε μπροστά του δεν ήταν και πολύ επιστημονικό αυτό. Κάποια στιγμή έπρεπε να τελειώσει αυτό το μαρτύριο! Πάει και τελείωσε!

Δεύτερο κεφάλαιο

Αυτό που σκέφτηκε, εξαρχής, ήταν ότι ιδέες είχε πάρα πολλές. Δεν του έλειπαν οι ιδέες, φως του έλειπε, για να μπορεί να βλέπει για να κάνει τις δουλειές του και να σημειώνει όλες τις επιστημονικές του ιδέες. Ναι, αυτό ήταν! Έπρεπε να βρει φως, ή τέλος πάντων να βρει έναν τρόπο να φέρει το φως στο σπίτι του κι ακόμα καλύτερα στο εργαστήριό του, ώστε να μπορεί να δουλεύει τα βράδια.
-         Φως, σκέφτηκε, μόνο φως μου λείπει, όλα τα άλλα τα έχω. Αλλά που θα βρω αυτό το φως, ξανασκέφτηκε κι έξυσε το κεφάλι του…Ίσως αν πάω κάποια βόλτα να μου έρθει κάποια ιδέα … και ξεκίνησε για τη βόλτα του …
Βγαίνοντας στο δρόμο, αυτή τη φορά, χωρίς να τρέχει για να προλάβει όλες τις πρωινές δουλειές, τού φάνηκε κάπως διαφορετική η γειτονιά του. Ποτέ δεν είχε αντιληφθεί ότι η γειτονιά του ήταν τόοοοσο μεγάλη. Γεμάτη μεγάλους δρόμους, στους οποίους έπαιζαν τα παιδιά μπάλα ή έκαναν ποδήλατο, είχε μια τεράστια πλατεία με πολλά δέντρα και δύο συντριβάνια, πρώτη φορά έβλεπε αυτά τα συντριβάνια. Είχε, επίσης, και πολλά παγκάκια η πλατεία, στα οποία κάθονταν άνθρωποι που μιλούσαν μεταξύ τους. Μετά προχώρησε σε έναν άλλο μεγάλο δρόμο κι εκεί είδε πολύ ωραία μαγαζάκια με όλα τα καλά του Θεού. Χαιρέτισε τον μανάβη, τον μπακάλη, το φούρναρη… όλοι είχαν έτοιμες τις τσάντες του με τα ψώνια, αλλά αυτός τούς είπε μόνο μια καλημέρα και έφυγε, χωρίς να πάρει τίποτα. Περίεργοι άνθρωποι αυτοί οι επιστήμονες σκέφτηκαν σαν ένα μυαλό και οι τρεις μαγαζάτορες μαζί.
Προχώρησε κι άλλο και βγήκε έξω από τη γειτονιά του, έξω από την πόλη κι έφτασε σε ένα καταπράσινο δάσος. Πρώτη φορά έβλεπε αυτό το δάσος, σκέφτηκε, μάλλον τώρα πρέπει να το φύτεψαν, γι’ αυτό δεν το είχα δει τις άλλες μέρες. Πολύ καλά έκαναν, να μια λαμπρότατη ιδέα, να φυτέψει κάποιος ένα ολόκληρο δάσος τόσο κοντά στην πόλη του, είναι πραγματικά μια λαμπρότατη ιδέα, σκέφτηκε ο επιστήμονάς μας κι αποφάσισε να εξερευνήσει το δάσος.
Ήταν ένα μαγευτικό δάσος, κι ας μην το είχαν φυτέψει πρόσφατα. Ο επιστήμονάς μας κατενθουσιάστηκε, γιατί εκεί περπατώντας μέσα στο δάσος βρήκε πολύ φως, πάρα πολύ φως.
-         Αχ, σκέφτηκε, μακάρι να είχα κι εγώ τόσο φως κάθε βράδυ στο σπίτι μου κάθε φορά που δύει ο ήλιος. Τι ωραία που θα φωτιζόταν το σπιτάκι μου, κι εγώ, κάθε βράδυ, θα μπορούσα να κάνω όλα αυτά τα ωραία πράγματα που δεν μπορώ να κάνω τώρα. Κι έτσι όπως μονολογούσε, τού ήρθε μια φανταστική ιδέα. Πως δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα καλέ αυτό! Άσε που ήταν κι εύκολο να γίνει. Απορώ, είπε φωνακτά, απορώ πως μου είχε ξεφύγει αυτό το τόσο φωτεινό φως. Κι η ιδέα μου είναι πολύ απλή, θα πάρω λίγο φως από το δάσος, δηλαδή θα πάρω λίγο φως από τον ήλιο που φέγγει στο δάσος. Δηλαδή δεν θα πάρω και πάρα πολύ, είπε, νομίζω μια ηλιαχτίδα, άντε δύο το πολύ μου φτάνουν και μου περισσεύουν. Δεν έχω παρά να σκεφτώ που θα τις βάλω … και για να μην ξεχάσει την λαμπρή και φωτεινή ιδέα του, έβγαλε γρήγορα – γρήγορα το σημειωματάριό του και έγραψε τα πάντα με πολύ μεγάλη λεπτομέρεια. Στο σημείο ακριβώς που βρισκόταν, κάτω από το φωτεινό ήλιο και τις φωτεινές του ακτίνες έγραφε τις φωτεινές του ιδέες.
Αφού τελείωσε τις σημειώσεις του σηκώθηκε χαρούμενος και ξεκίνησε για το σπίτι του, προκειμένου να δει που θα έβαζε μια – δυο ακτίνες του ήλιου, άλλωστε τόσες τού χρειάζονταν. Τι να τις κάνει τις περισσότερες; Ας μην είμαστε και πλεονέκτες.
Στο σπίτι του έψαξε όλα τα ντουλάπια της κουζίνας, του μπάνιου, του γραφείου του, του εργαστηρίου του για να δει τι θα του χρησίμευε για να βάλει μέσα τις ακτίνες του. Δεν ήξερε τι ακριβώς έψαχνε, αλλά μόλις το έβρισκε θα καταλάβαινε ότι ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνε! Τότε κάτω από έναν πάγκο του εργαστηρίου του είδε ένα γυάλινο κουτί με ωραίες ζωγραφιές επάνω. Καλό του φάνηκε, το έπλυνε, το στέγνωσε και τότε αναδείχθηκαν οι ζωγραφιές του ακόμα περισσότερο. Χα, σκέφτηκε, ποια ηλιαχτίδα δεν θα ήθελε να μπει σε ένα τόσο όμορφο γυάλινο κουτί! Όσο πέρναγε η ώρα τόσο του άρεσε η ιδέα του, με αποτέλεσμα να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ αγκαλιά με το γυάλινο κουτί του.
Εκείνο το βράδυ ο ύπνος ήταν γεμάτος με ωραία και φωτεινά όνειρα! Έβλεπε στο όνειρό του ότι είχε πάει στο δάσος και, τότε, όλες οι ηλιαχτίδες βλέποντας το όμορφο κουτί τον ρώτησαν που το βρήκε και τι το θέλει. Εκείνος τούς απάντησε, ότι το ήθελε για να βάλει μέσα μια ηλιαχτίδα, για να την πάρει στο σπίτι του να τού χαρίζει το φως της, όταν αυτός θα δουλεύει στο εργαστήριό του. Το κουτί του, όμως, ήταν τόσο όμορφο που ήθελαν όλες οι ηλιαχτίδες να μπουν μέσα, αλλά αυτός δεν ήθελε να στερήσει από το καινούργιο δάσος της πόλης του όλο το φως κι έτσι είπε ότι θα έπρεπε να αποφασίσουν ποια ηλιαχτίδα θα έμπαινε μέσα στο γυάλινο κουτί του, γιατί αυτός χρειαζόταν μία, μόνο μία. Μάλιστα, πρότεινε, ότι, ίσως, θα έπρεπε να ρωτήσουν και τον ΄Ηλιο, μιας κι αυτός ήταν υπεύθυνος για τις ηλιαχτίδες. Τελικά, συμφώνησε κι ο Ήλιος και μέσα στο κουτί του μπήκε μια φωτεινότατη ηλιαχτίδα, η οποία κάθε βράδυ θα φώτιζε το σπίτι του, κι αυτός θα ήταν πολύ χαρούμενος, αφού έτσι θα μπορούσε να δουλέψει. Όμως, το πρωί θα μπορούσε να παίζει με τις υπόλοιπες ηλιαχτίδες στο δάσος, για να μπορεί να ανανεώνει το φως της, διαφορετικά μετά από λίγο καιρό το φως της θα έσβηνε, κι αυτό δεν το ήθελε κανείς τους, ούτε ο επιστήμονας, ούτε ο Ήλιος, ούτε, φυσικά,  η ηλιαχτίδα. Πολύ χαρούμενος πήρε την ηλιαχτίδα του στο σπίτι κι, αμέσως, όλο το σπίτι και ο κήπος του πλημμύρισαν με ένα φωτεινό και λαμπερό φως, που όμοιό του δεν είχε δει ούτε ο ίδιος, ούτε και κανένας άλλος από τη γειτονιά του!

Τρίτο κεφάλαιο – 1ο μέρος

Με το πρώτο φως της ημέρας σηκώθηκε από το κρεβάτι του γεμάτος όρεξη. Όρεξη για ένα καλό πρωινό και όρεξη για την ηλιαχτίδα του.
-         Αχ τι ωραίο όνειρο ήταν αυτό που είδα, μονολογούσε καθώς έπινε το γάλα του. Τι ωραία, θα πάρω το γυάλινο κουτάκι μου κι όλες οι ηλιαχτίδες θα θέλουν να μπουν μέσα σε αυτό. Όμως, εγώ θέλω μόνο μια, και φυσικά θα την αφήνω τα πρωινά να παίζει με τις υπόλοιπες ηλιαχτίδες για να μην σβήσει το φως της ποτέ.
Σήμερα η γειτονιά του τού φαινόταν διαφορετική, ίσως, λιγάκι πιο φωτεινή. Μπα, ήταν πολύ φωτεινή, όχι μόνο από τις ηλιαχτίδες αλλά και από την πολύ καλή διάθεση του επιστήμονά μας. Τι όμορφο που είναι το δάσος το πρωί. Το γρασίδι έχει αυτό το ζωντανό πράσινο χρώμα σαν του σμαραγδιού. Τα λουλούδια ξυπνάνε και σηκώνουν τα κεφαλάκια τους για να τα ζεστάνει το πρωινό φως του ήλιου. Ο επιστήμονάς μας τώρα προχωρούσε με πιο γοργό βήμα, ανυπομονούσε να πιάσει την ηλιαχτίδα του. Ούτε που κατάλαβε για πότε έφτασε στο δάσος του. Αυτή η ομορφιά του δάσους με τις ηλιαχτίδες να το ζεσταίνουν παντού ήταν συναρπαστική. Η φύση φοράει τα καλά της το πρωί. Όπου κι αν γυρνούσε το βλέμμα του έβλεπε ηλιαχτίδες. Διάλεξε ένα ωραίο βράχο κι εκεί έβγαλε από μια υφασμάτινη τσάντα το γυάλινο κουτάκι του προσεκτικά, για να μην σπάσει. Μετά το εναπόθεσε δίπλα στο βράχο του και περίμενε να το δουν οι ηλιαχτίδες του και να το θαυμάσουν. Όση ώρα βρισκόταν το γυάλινο κουτάκι του κάτω εκεί κοντά στη ρίζα του βράχου, αυτός είχε βγάλει το σημειωματάριό του και σημείωνε κάποιες ιδέες, τις οποίες ήθελε να δοκιμάσει το βράδυ στο εργαστήριό του, το οποίο σήμερα το βράδυ θα είχε φως, πολύ φως. Και συνεπαρμένος όπως ήταν σημείωνε και σημείωνε και σημείωνε, ώσπου κάποια στιγμή τελείωσε το σημειωματάριό του. Τότε θυμήθηκε το γυάλινο κουτάκι του. Γύρισε να δει τι είχε συμβεί, πόσες ηλιαχτίδες είχαν μπει μέσα σε αυτό. Παίρνοντας το κουτάκι στα χέρια του αυτό που είδε δεν του άρεσε καθόλου.

-         Περίεργο σκέφτηκε. Όμως, κοιτώντας γύρω του αντιλήφθηκε ότι οι ηλιαχτίδες είχαν αρχίσει και αχνοφένονταν. Ο ήλιος είχε αρχίσει το δικό του ταξίδι προς τη δύση. Χωρίς να το καταλάβει, είχε περάσει πολύ ώρα σημειώνοντας και ίσως οι ηλιαχτίδες να μπήκαν και τελικά να βγήκαν. Πήρε το κουτάκι του και γύρισε στο σπίτι. Αύριο θα άφηνε το σημειωματάριό του στο σπίτι και θα ασχολιόταν πιο σοβαρά με τις ηλιαχτίδες. Δεν πειράζει για σήμερα. Πέρασε πολύ ωραία στο δάσος και οι ιδέες του στο σημειωματάριό του ήταν μοναδικές. Αλλά δεν φοβόταν πια μην τις χάσει, γιατί τώρα τις είχε σημειώσει. Γύρισε στο σπίτι και έπεσε κατευθείαν για ύπνο έτσι κουρασμένος όπως ήταν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου