Όπως σας είπα, ήδη, (ελπίζω να με
παρακολουθείτε με προσοχή, γιατί ό,τι γράφω έχει αντίκτυπο στην ιστορίας μας) η
γειτονιά μας δεν είναι μια μικρή γειτονιά, αλλά μια μεγάλη γειτονιά, η οποία
πολλές φορές μοιάζει με μια πάρα μα πάρα πολύ μεγάλη οικογένεια. Γι’ αυτό,
εκείνο το πρωινό της Κυριακής, μετά την Εκκλησία, που βρισκόμασταν στο σπίτι
του Γιάννη, μάς έκανε εντύπωση η εμφάνιση ενός τεράστιου φορτηγού μεταφορικής
εταιρίας. Η γιαγιά του Γιάννη μάς είχε φέρει ένα ξύλινο δίσκο γεμάτο
γλυκίσματα, σνακς, φτιαχτική λεμονάδα και βυσσινάδα, φτιαχτική κι αυτή (όχι από
τις άλλες που πρέπει να βάλεις όλη τη λίμνη του Μαραθώνα για να αραιώσει και
στο τέλος να πιεις ό,τι έχει περισσέψει από την ίδια λίμνη για να ξεδιψάσεις),
όταν ακούσαμε θόρυβο, φασαρία, κορναρίσματα και βγήκαμε στο μπαλκόνι, για να
δούμε, από πρώτο χέρι, τι συμβαίνει.
Το
μπαλκόνι του σπιτιού του Γιάννη μπορεί να μην είναι πολύ φαρδύ (την εποχή που
κτίστηκε το σπίτι τα μπαλκόνια δεν τα έφτιαχναν και πολύ φαρδιά, όπως είναι
τώρα στις καινούργιες πολυκατοικίες) για να παίξεις μπάσκετ, ας πούμε, αλλά
αγκαλιάζει το σπίτι γύρω – γύρω. Αυτός είναι, κυρίως, κι ο λόγος που το
προτιμάμε (εκτός, βέβαια, από τα πεντανόστιμα κουλουράκι ή κέικ σοκολάτας με
τριμμένη σοκολάτα μέσα και φυσικά τη λεμονάδα και τη βυσσινάδα, για την οποία
σας μίλησα). Καλά δεν καταλάβατε, ακόμα, γιατί το προτιμάμε, με το μπαλκόνι
γύρω- γύρω; Μα, πόση βοήθεια να σας δώσω πια; Τέλος πάντων, να το πάρει το
ποτάμι. Το προτιμάμε, γιατί το σπίτι του μοιάζει με φρούριο: το μπαλκόνι είναι
σαν μια τάφρος γεμάτη όχι από νερό και κροκοδείλους, αλλά από αέρα, και τα
παράθυρα, τα οποία βρίσκονται γύρω – γύρω στο σπίτι (καθώς δεν υπάρχει δωμάτιο
μέσα στο σπίτι που να μην έχει τουλάχιστον ένα παράθυρο) είναι οι πολεμίστρες
μας! Το καλύτερο, όμως, είναι ότι έχει ορατότητα κι από τα τέσσερα σημεία του
ορίζοντα. Άρα μιλάμε για το τέλειο φρούριο. Απλησίαστο, αφού είναι στον πρώτο
όροφο, με ορατότητα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, κι αν θέλουμε να
κρυφτούμε, ας είναι καλά τα παράθυρα με τις κουρτίνες τις βαριές. Το τέλειο
φρούριο, απόρθητο από τον οποιονδήποτε … εχθρό μας!
Αφού
προσανατολιστήκαμε και βρήκαμε από πού ερχόταν ο θόρυβος, πήγαμε τελικά, στη
δυτική πολεμίστρα (παράθυρο) για να παρακολουθήσουμε (χωρίς να μπορούν να μας
δουν, και σε αυτό βοηθούν αυτές οι βαριές και τεράστιες κουρτίνες που έχει η
γιαγιά του Γιάννη στα παράθυρά της και τις μπαλκονόπορτες) μια μετακόμιση, για
την οποία είχαμε όλοι, τουλάχιστον, όσοι ήμασταν εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο,
την τέλεια άγνοια. Και, μάλιστα, δεν είχαμε μόνο εμείς άγνοια, αλλά όπως
αποδείκτηκε είχαν κι οι μεγάλοι αυτήν την τέλεια άγνοια, διότι ουδείς γνώριζε
το παραμικρό. Αυτό κι αν ήταν παράξενο, κανείς από τους μεγάλους δεν γνώριζε
ότι, σήμερα Κυριακή, θα ερχόταν μια καινούργια οικογένεια στη γειτονιά μας.
Αφήστε,
που μετακόμιση είχαμε να δούμε από την εποχή που ήρθε στη γειτονιά μας ο
Γιάννης με τους γονείς του από τη Γερμανία, πέρσι το καλοκαίρι. Και το φορτηγό
της μεταφορικής τους δεν ήταν και τόσο μεγάλο σαν κι αυτό. Αυτό εδώ ήταν σαν να
έκρυβε μέσα του ένα αληθινό σπίτι, ξέρετε με τα μπαλκόνια του, τη σκεπή του,
όλα όσα έχει ένα κανονικό σπίτι.
-
Τόσο μεγάλο φορτηγό δεν είχαμε ούτε εμείς
που μετακομίσαμε από τη Γερμανία, είπε ο Γιάννης, σαν να διάβασε τη σκέψη μου.
Αυτοί, ήθελα να ‘ξερα από πού έρχονται;
Δεν μίλησε κανείς μας. Ίσως, σκέφτηκα εγώ,
να έρχονται από κάποια άλλη χώρα μακρινή, όπως είναι η Αμερική, η Αφρική, ή η
Αυστραλία, που τα κάνουν όλα ανάποδα (μάλλον αυτή είναι η πιο ταιριαστή χώρα
για να ζήσει ο Γιάννης, αφού όλα τα κάνει ανάποδα!). Όλες αυτές οι χώρες είναι
πιο μακριά από τη Γερμανία, αλλά δεν πρόλαβα να πω φωναχτά τις σκέψεις μου,
καθώς εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του φορτηγού και είδαμε ότι ήταν φίσκα
από πράγματα. Πρώτος συνήλθε ο Λουκάς, φυσικό μιας κι είναι ο μεγαλύτερος της
παρέας μας.
-
Με τόσα πράγματα παιδιά δεν θα μετακομίζει
μόνο μια οικογένεια, αλλά ολόκληρος στρατός, είπε ο Λουκάς, και πήγε στην
κουζίνα για το … 15ο κομμάτι κέικ. Που το βάζει όλο αυτό το φαγητό,
αυτό το παιδί, εκτός από μένα αναρωτιέται και η κυρά – Μαριγώ, η οποία τελικά
του έδωσε κι άλλο κομμάτι κέικ.
Πάντως, όση ώρα ο Λουκάς κατασπάραζε το
κέικ του, σαν να είχε δίκιο, γιατί κι εμένα μού φάνηκαν υπερβολικά πολλά τα
πράγματα για μία και μόνο οικογένεια. Εν τω μεταξύ για να έχουμε καλύτερη θέα
της επικείμενης μετακόμισης, γιατί τώρα η περιέργειά μας είχε ανάψει κόκκινο,
βγήκαμε στο μπαλκόνι. Οι εργάτες είχαν αρχίσει να ξεφορτώνουν σιγά – σιγά τα
πράγματα, τα οποία ήταν πολλά και φαινόντουσαν και ακριβά και ολίγον
αχρησιμοποίητα! Τέλος πάντων, δεν μου αρέσει να κρίνω, τουλάχιστον, με την
πρώτη ματιά, αν και καταλαβαίνεις πολλά πράγματα με την πρώτη ματιά, όπως λέει
και η μαμά μου, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που η πρώτη ματιά φτάνει και
περισσεύει. Οι εργάτες, αρκετοί κι αυτοί, ξεκίνησαν να κατεβάζουν σιγά – σιγά
τα πράγματα από το φορτηγό. Χιλιάδες πράγματα, τα οποία κατέβαζαν προσεκτικά,
για να τα τοποθετήσουν πάνω σε ένα μικρότερο ειδικό κινούμενο μεταφορικό μέσο
και μετά να τα πάνε στην απέναντι πολυκατοικία. Το τι κατέβηκε δεν μπορώ να το
περιγράψω, όμως μου έκανε εντύπωση ότι αυτοί οι καινούργιοι τα είχαν όλα πολλά,
πάρα πολλά.
Να σας δώσω ένα παράδειγμα:
εμείς στο σαλόνι μας έχουμε έναν μεγάλο πενταθέσιο καναπέ κι έναν μικρό και δυο
με τρεις πολυθρόνες, στο οποίο σαλόνι σπάνια μας αφήνει η μαμά μας να
καθόμαστε, ακόμα κι αν έχουμε επισκέπτες, αντιλαμβάνεστε, νομίζω, τον λόγο. Από
το φορτηγό, όμως, μέτρησα εννέα ολόκληρους καναπέδες, διαφόρων μεγεθών,
χρωμάτων και υφασμάτων. Ξέχωρα, τις πολυθρόνες, και κάποιες άλλες πολυθρόνες
που τις λένε μπερζέρες, έτσι λέει η μαμά μου κάτι άλλες πολυθρόνες σαν τις
προηγούμενες πολυθρόνες, αλλά δεν είναι πολυθρόνες - πολυθρόνες, είναι
μπερζέρες. Ποια η διαφορά δεν έχω εμπεδώσει ακόμα, ευελπιστώ να το κάνω όταν
μεγαλώσω ακόμα λίγο. Εδώ όμως, έβγαιναν κι έβγαιναν και ξαναέβγαιναν οι
καναπέδες, οι πολυθρόνες, μπορεί και κάποιες να ήταν και μπερζέρες, θα σας
γελάσω, και όλο κατέβαζαν έπιπλα οι εργάτες, ώσπου κάποια στιγμή αναρωτήθηκα:
πόσα σαλόνια έχουν αυτοί οι καινούργιοι βρε παιδί μου, με τόσους καναπέδες,
μιλάμε για τρία με τέσσερα σαλόνια, τουλάχιστον! Μιλάμε ότι ήταν η μετακόμιση
του …αιώνα ….
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου