Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια"- 9ο κεφάλαιο

Η μετακόμιση του αιώνα είχε φτάσει στο τέλος της, κι αφού κι εμείς από την πολλή παρακολούθηση είχαμε κουραστεί, χωρίς να έχουμε παίξει μπάλα, για πρώτη φορά στη ζωή μας από τότε που γνωριστήκαμε, δώσαμε ραντεβού για την επόμενη μέρα το πρωί, στις 7:30, ναι, ναι, καλά διαβάσατε, στις 7:30 το πρωί, γιατί η επόμενη μέρα ήταν Δευτέρα και όπως κάθε Δευτέρα εδώ και κάμποσα χρόνια εμείς τα παιδιά πάμε στο σχολείο. Έτσι, μετά από εκείνη την επεισοδιακή Κυριακή, δώσαμε ραντεβού την άλλη μέρα στο σπίτι του Γιάννη αυτή τη φορά κι όχι στης γιαγιάς του.
Στο δρόμο για το σπίτι μας όσο είχα καταπιεί εγώ τη γλώσσα μου καταχωνιασμένος στις σκέψεις μου  - ελάτε τώρα αντιλαμβάνεστε την αιτία, πόσα κορίτσια να αντέξει ένας δεκάχρονος – τόσο είχε πιάσει λογοδιάρροια τον Ανδρέα. Όχι ότι ήταν μεγάλη η απόσταση από το σπίτι του Γιάννη στο δικό μας, αλλά το στόμα του μεγάλου δίδυμου αδελφού μου δεν έλεγε να κλείσει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Ανδρέας επιθυμούσε να με βάλει με κάθε τρόπο στη συζήτηση.
-         «Είδες πόσα πολλά παιχνίδια;», μου είπε χοροπηδώντας σαν το κατσίκι γύρω μου. Τα είδες, πες μου ότι τα είδες, φώναζε καταχαρούμενος ο Ανδρέας.
-         Φυσικά και τα είδα Ανδρέα, τού απάντησα. Κι εγώ εκεί ήμουν. Όχι μόνο τα είδα, αλλά μάζεψα κιόλας μερικά από αυτά αν θυμάσαι καλά.
-         «Δεν ήταν καταπληκτικά παιχνίδια, Γιώργο;», με ξαναρώτησε ακόμα πιο αναψοκοκκινισμένος. Τα είδες πως γυάλιζαν;
-         Α, μπράβο καλέ Ανδρέα, παρατήρησες κι εσύ ότι ήταν τόσο γυαλισμένα, τόσο καθαρά ε, του είπα εγώ, νομίζοντας, εσφαλμένα όπως αποδείκτηκε στη συνέχεια, ότι και ο Γιώργος είχε κάνει τις ίδιες σκέψεις με μένα σχετικά με τα παιχνίδια.
-         Ναι, δεν είναι φοβερό να γίνουμε φίλοι με αυτό το παιδί. Να, είναι και κοντά τα σπίτια μας, κι αφού η αδελφή του είναι δέκα χρονών, ε, κι αυτό πρέπει να είναι κοντά στην ηλικία μας, έλεγε και ξανάλεγε ο Ανδρέας.
-         Ανδρέα, να σου θυμίσω, ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του μεταφορέα, δεν υπάρχει κανένας γιος αλλά μόνο κόρη.
-         Σιγά, μου είπε ο Ανδρέας, και που ξέρει αυτός, πόσα παιδιά έχει η οικογένεια που μετακομίζει;
-         Δεν ξέρω, ίσως, να τα είδαν όταν συσκεύαζαν τα πράγματά τους, σκέφτηκα φωνακτά εγώ.

-         Άσε μας βρε Γιώργο, μου είπε ο Ανδρέας, ποιο παιδί κάθεται και παρακολουθεί τη μετακόμιση του σπιτιού του. Όλα αυτά είναι τόσο βαρετά ειδικά για τα παιδιά της ηλικίας μας. Άλλωστε, αν το αγοράκι πήγε να χαιρετήσει κάποιον φίλο του ή τη γιαγιά του και τον παππού του, που να τον δει ο υπάλληλος της μεταφορικής, για πες μου σε παρακαλώ; Είχα μείνει άφωνος από τα λεγόμενα του Ανδρέα και από τη φωτιά που είχε πάρει ο εγκέφαλός του, γιατί οφείλω να ομολογήσω ότι ο συνειρμός του ήταν σωστός, μιας κι αυτό που έλεγε ο Ανδρέας είχε κάποια βάση. Πόσα παιδιά, δηλαδή, βρίσκονται μπροστά κατά τη διάρκεια μιας μετακόμισης; Εσείς ξέρετε πολλά; Δεν νομίζω! Γιατί και να θέλουν να είναι τα παιδιά μπροστά στη μετακόμιση, το σίγουρο είναι ότι δεν θέλουν οι μεγάλοι να είναι τα παιδιά παρόντα την ώρα που μεταφέρονται τα πράγματα από το σπίτι στο φορτηγό, για έναν και μοναδικό λόγο: να αποφεύγονται τα ατυχήματα και οι ζημιές από την πλευρά των παιδιών. Άσε που διευκολύνεται και το έργο των εργατών της μεταφορικής όταν δεν υπάρχουν παιδιά, μιας κι όλα κυλάνε πιο γρήγορα και πιο ομαλά. Ναι, νομίζω ότι η σκέψη του Ανδρέα ήταν σωστή, γι΄ αυτό κι εγώ το μόνο που ψέλλισα στον Ανδρέα ήταν ένα «Μπορείς και να ‘ χεις δίκιο». Άλλωστε, σκέφτηκα, αύριο είναι Δευτέρα οπότε αργά ή γρήγορα θα μάθουμε αν θα έχουμε συμμαθήτρια ή συμμαθητή. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου