Αυτό
που σκέφτηκε, εξαρχής, ήταν ότι ιδέες είχε πάρα πολλές. Δεν του έλειπαν οι
ιδέες, φως του έλειπε, για να μπορεί να βλέπει για να κάνει τις δουλειές του
και να σημειώνει όλες τις επιστημονικές του ιδέες. Ναι, αυτό ήταν! Έπρεπε να
βρει φως, ή τέλος πάντων να βρει έναν τρόπο να φέρει το φως στο σπίτι του κι
ακόμα καλύτερα στο εργαστήριό του, ώστε να μπορεί να δουλεύει τα βράδια.
-
Φως, σκέφτηκε, μόνο φως μου λείπει, όλα τα
άλλα τα έχω. Αλλά που θα βρω αυτό το φως, ξανασκέφτηκε κι έξυσε το κεφάλι
του…Ίσως αν πάω κάποια βόλτα να μου έρθει κάποια ιδέα … και ξεκίνησε για τη
βόλτα του …
Βγαίνοντας
στο δρόμο, αυτή τη φορά, χωρίς να τρέχει για να προλάβει όλες τις πρωινές
δουλειές, τού φάνηκε κάπως διαφορετική η γειτονιά του. Ποτέ δεν είχε αντιληφθεί
ότι η γειτονιά του ήταν τόοοοσο μεγάλη. Γεμάτη μεγάλους δρόμους, στους οποίους
έπαιζαν τα παιδιά μπάλα ή έκαναν ποδήλατο, είχε μια τεράστια πλατεία με πολλά
δέντρα και δύο συντριβάνια, πρώτη φορά έβλεπε αυτά τα συντριβάνια. Είχε,
επίσης, και πολλά παγκάκια η πλατεία, στα οποία κάθονταν άνθρωποι που μιλούσαν
μεταξύ τους. Μετά προχώρησε σε έναν άλλο μεγάλο δρόμο κι εκεί είδε πολύ ωραία
μαγαζάκια με όλα τα καλά του Θεού. Χαιρέτισε τον μανάβη, τον μπακάλη, το
φούρναρη… όλοι είχαν έτοιμες τις τσάντες του με τα ψώνια, αλλά αυτός τούς είπε μόνο
μια καλημέρα και έφυγε, χωρίς να πάρει τίποτα. Περίεργοι άνθρωποι αυτοί οι
επιστήμονες σκέφτηκαν σαν ένα μυαλό και οι τρεις μαγαζάτορες μαζί.
Προχώρησε
κι άλλο και βγήκε έξω από τη γειτονιά του, έξω από την πόλη κι έφτασε σε ένα
καταπράσινο δάσος. Πρώτη φορά έβλεπε αυτό το δάσος, σκέφτηκε, μάλλον τώρα
πρέπει να το φύτεψαν, γι’ αυτό δεν το είχα δει τις άλλες μέρες. Πολύ καλά
έκαναν, να μια λαμπρότατη ιδέα, να φυτέψει κάποιος ένα ολόκληρο δάσος τόσο
κοντά στην πόλη του, είναι πραγματικά μια λαμπρότατη ιδέα, σκέφτηκε ο
επιστήμονάς μας κι αποφάσισε να εξερευνήσει το δάσος.
Ήταν
ένα μαγευτικό δάσος, κι ας μην το είχαν φυτέψει πρόσφατα. Ο επιστήμονάς μας
κατενθουσιάστηκε, γιατί εκεί περπατώντας μέσα στο δάσος βρήκε πολύ φως, πάρα
πολύ φως.
-
Αχ, σκέφτηκε, μακάρι να είχα κι εγώ τόσο
φως κάθε βράδυ στο σπίτι μου κάθε φορά που δύει ο ήλιος. Τι ωραία που θα
φωτιζόταν το σπιτάκι μου, κι εγώ, κάθε βράδυ, θα μπορούσα να κάνω όλα αυτά τα
ωραία πράγματα που δεν μπορώ να κάνω τώρα. Κι έτσι όπως μονολογούσε, τού ήρθε
μια φανταστική ιδέα. Πως δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα καλέ αυτό! Άσε που ήταν
κι εύκολο να γίνει. Απορώ, είπε φωνακτά, απορώ πως μου είχε ξεφύγει αυτό το
τόσο φωτεινό φως. Κι η ιδέα μου είναι πολύ απλή, θα πάρω λίγο φως από το δάσος,
δηλαδή θα πάρω λίγο φως από τον ήλιο που φέγγει στο δάσος. Δηλαδή δεν θα πάρω
και πάρα πολύ, είπε, νομίζω μια ηλιαχτίδα, άντε δύο το πολύ μου φτάνουν και μου
περισσεύουν. Δεν έχω παρά να σκεφτώ που θα τις βάλω … και για να μην ξεχάσει
την λαμπρή και φωτεινή ιδέα του, έβγαλε γρήγορα – γρήγορα το σημειωματάριό του
και έγραψε τα πάντα με πολύ μεγάλη λεπτομέρεια. Στο σημείο ακριβώς που
βρισκόταν, κάτω από το φωτεινό ήλιο και τις φωτεινές του ακτίνες έγραφε τις
φωτεινές του ιδέες.
Αφού
τελείωσε τις σημειώσεις του σηκώθηκε χαρούμενος και ξεκίνησε για το σπίτι του,
προκειμένου να δει που θα έβαζε μια – δυο ακτίνες του ήλιου, άλλωστε τόσες τού
χρειάζονταν. Τι να τις κάνει τις περισσότερες; Ας μην είμαστε και πλεονέκτες.
Στο
σπίτι του έψαξε όλα τα ντουλάπια της κουζίνας, του μπάνιου, του γραφείου του,
του εργαστηρίου του για να δει τι θα του χρησίμευε για να βάλει μέσα τις
ακτίνες του. Δεν ήξερε τι ακριβώς έψαχνε, αλλά μόλις το έβρισκε θα καταλάβαινε
ότι ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνε! Τότε κάτω από έναν πάγκο του εργαστηρίου του
είδε ένα γυάλινο κουτί με ωραίες ζωγραφιές επάνω. Καλό του φάνηκε, το έπλυνε,
το στέγνωσε και τότε αναδείχθηκαν οι ζωγραφιές του ακόμα περισσότερο. Χα,
σκέφτηκε, ποια ηλιαχτίδα δεν θα ήθελε να μπει σε ένα τόσο όμορφο γυάλινο κουτί!
Όσο πέρναγε η ώρα τόσο του άρεσε η ιδέα του, με αποτέλεσμα να κοιμηθεί εκείνο
το βράδυ αγκαλιά με το γυάλινο κουτί του.
Εκείνο
το βράδυ ο ύπνος ήταν γεμάτος με ωραία και φωτεινά όνειρα! Έβλεπε στο όνειρό
του ότι είχε πάει στο δάσος και, τότε, όλες οι ηλιαχτίδες βλέποντας το όμορφο
κουτί τον ρώτησαν που το βρήκε και τι το θέλει. Εκείνος τούς απάντησε, ότι το
ήθελε για να βάλει μέσα μια ηλιαχτίδα, για να την πάρει στο σπίτι του να τού
χαρίζει το φως της, όταν αυτός θα δουλεύει στο εργαστήριό του. Το κουτί του, όμως,
ήταν τόσο όμορφο που ήθελαν όλες οι ηλιαχτίδες να μπουν μέσα, αλλά αυτός δεν
ήθελε να στερήσει από το καινούργιο δάσος της πόλης του όλο το φως κι έτσι είπε
ότι θα έπρεπε να αποφασίσουν ποια ηλιαχτίδα θα έμπαινε μέσα στο γυάλινο κουτί
του, γιατί αυτός χρειαζόταν μία, μόνο μία. Μάλιστα, πρότεινε, ότι, ίσως, θα
έπρεπε να ρωτήσουν και τον ΄Ηλιο, μιας κι αυτός ήταν υπεύθυνος για τις
ηλιαχτίδες. Τελικά, συμφώνησε κι ο Ήλιος και μέσα στο κουτί του μπήκε μια
φωτεινότατη ηλιαχτίδα, η οποία κάθε βράδυ θα φώτιζε το σπίτι του, κι αυτός θα ήταν
πολύ χαρούμενος, αφού έτσι θα μπορούσε να δουλέψει. Όμως, το πρωί θα μπορούσε
να παίζει με τις υπόλοιπες ηλιαχτίδες στο δάσος, για να μπορεί να ανανεώνει το
φως της, διαφορετικά μετά από λίγο καιρό το φως της θα έσβηνε, κι αυτό δεν το ήθελε
κανείς τους, ούτε ο επιστήμονας, ούτε ο Ήλιος, ούτε, φυσικά, η ηλιαχτίδα. Πολύ χαρούμενος πήρε την
ηλιαχτίδα του στο σπίτι κι, αμέσως, όλο το σπίτι και ο κήπος του πλημμύρισαν με
ένα φωτεινό και λαμπερό φως, που όμοιό του δεν είχε δει ούτε ο ίδιος, ούτε και κανένας
άλλος από τη γειτονιά του!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου