Βέβαια,
και το σπίτι στο οποίο μετέφεραν τα έπιπλα είναι από τα πιο μεγάλα διαμερίσματα
της γειτονιάς μας, όπως είχαμε μάθει σε άσχετο χρόνο από τη γιαγιά του Γιάννη.
Επρόκειτο για ένα διαμέρισμα στην καινούργια πολυκατοικία, (τρόπος του λέγειν
καινούργια, η πολυκατοικία αυτή υπάρχει στη γειτονιά σχεδόν δέκα χρόνια, αλλά
τη χαρακτηρίζω καινούργια σε σχέση με τα υπόλοιπα σπίτια της γειτονιάς, όπου
όλα είναι μονοκατοικίες παλιές της εποχής του 1970, όπως είναι το σπίτι του
Γιάννη, του Λουκά, αλλά και το δικό μου. Οι περισσότερες πολυκατοικίες στη
γειτονιά μας κτίστηκαν στη δυτική πλευρά από το σπίτι του Γιάννη και πρώτη και
καλύτερη φιγουράρει αυτή, στην οποία γινόταν η μετακόμιση και η οποία είναι η
πιο μεγάλη και η πιο μπροστινή, και, μάλιστα, έχει χώρο για πάρκινγκ, στα δεξιά
της, στα αριστερά της αλλά και στο υπόγειο, όπως επίσης διαθέτει ένα πολύ
μεγάλο κήπο μπροστά και πίσω, με χώρους για τα παιδιά, άσχετο τώρα που σε
εκείνη την πολυκατοικία δεν υπήρχε κανένα παιδί για να κατοικεί, γιατί ήταν
λέει πολύ ακριβά τα ενοίκια ή να αγοράσει κάποιος σπίτι, και εκτός αυτού όποιος
νοίκιαζε δεν ήθελε παιδιά. Περίεργοι άνθρωποι, γενικότερα, ήταν οι ένοικοι
αυτής της μεγάλης πολυκατοικίας. Όπως περίεργη ήταν και η ιστορία που μας είχε
διηγηθεί για το συγκεκριμένο διαμέρισμα η κυρά – Μαριγώ, η γιαγιά του Γιάννη.
Ο
εργολάβος που είχε αναλάβει το κτίσιμο της πολυκατοικίας ήταν μεγάλος και
τρανός, με πολλά πλούτη και πολλές άλλες πολυκατοικίες, όλες το ίδιο μεγάλες,
περίπλοκες και ακριβές. Όμως, αυτήν την πολυκατοικία την είχε προσέξει
ιδιαίτερα, γιατί μόνο σε αυτήν ετοίμαζε το διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου για
τη μοναχοκόρη του, η οποία θα παντρευόταν, μόλις ολοκληρωνόταν το διαμέρισμα. Και
τι δεν είχε μέσα αυτό το διαμέρισμα, ήταν σαν μια μονοκατοικία σε πολυκατοικία,
αφού το διαμέρισμα απλωνόταν σε δύο και μισό ορόφους (μη με ρωτάτε δεν ξέρω κι
εγώ τι είναι αυτό, όπως τα άκουσα σας τα μεταφέρω). Κάθε όροφος ήταν ένα μικρό
παλάτι. Όλα τα είχε προβλέψει ο συγκεκριμένος εργολάβος. Το σπίτι, εκτός από
παλάτι, ήταν, όμως, κι ένα μικρό φρούριο. Τίποτα και κανείς δεν υπήρχε
περίπτωση να διαταράξει τη γαλήνη και την ηρεμία του ιδιοκτήτη του. Το μόνο που
έμενε ήταν να ολοκληρωθεί η πολυκατοικία, να γίνει ο γάμος και να ζήσει το
ζευγάρι, δηλαδή η κόρη του με τον άνδρα της και αργότερα με τα παιδιά τους
ευτυχισμένοι εκεί μέσα.
Πράγματι,
η πολυκατοικία τελείωσε, τα διαμερίσματα είτε πουλήθηκαν είτε νοικιάστηκαν σχεδόν
αμέσως, κι αυτό παρόλο που ήταν πανάκριβα, όλα, όμως, ήταν πολύ καλοφτιαγμένα,
από πρώτης ποιότητας υλικά, σπάνιο πράγμα για την εποχή εκείνη, που δεν έμεινε
ούτε ένα απούλητο ή άδειο. Όλοι είχαν να το λένε για την πολυκατοικία και την
κατασκευή της, η οποία αποτελούσε κόσμημα για την περιοχή. Κι άλλοι εργολάβοι
προσπάθησαν να την αντιγράψουν αλλά δεν τα κατάφεραν, με αποτέλεσμα για να μην
μείνουν άδεια διαμερίσματα είτε να ρίξουν τις τιμές της πώλησης είτε του
ενοικίου.
Όμως,
η ιστορία του διαμερίσματος αυτού δεν τελειώνει εδώ. Με το που τελείωσε όλη η
πολυκατοικία και είχαν αρχίσει να εγκαθίσταται οι πρώτοι ένοικοι και
ιδιοκτήτες, το διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο, πανέτοιμο κι αυτό, περίμενε να δεκτεί τους καινούργιους του ενοίκους, το
νιόπαντρο ζευγάρι, το οποίο θα έμπαινε στο σπίτι μετά τον ερχομό του από το
μήνα του μέλιτος. Ο γάμος έγινε με όλες τις τιμές και το ζευγάρι έφυγε, αμέσως,
για το ταξίδι του μέλιτος, από το οποίο, όμως, δεν γύρισε ποτέ. Οι νιόπαντροι
ήταν ανάμεσα στα θύματα του φοβερού σεισμού που έγινε στη Τυνησία το 1004 και
πνίγηκαν από το τσουνάμι που ακολούθησε. Η μητέρα της κοπέλας, όταν ήρθε η
νεκρή μοναχοκόρη της στο αεροδρόμιο δεν άντεξε τον πόνο και πέθανε κι αυτή. Τις
έθαψε ο εργολάβος και τις δύο δίπλα - δίπλα. Η οδύνη και ο πόνος του δεν
μπορούν να περιγραφούν με λόγια, έλεγε η κυρα – Μαριγώ, που είχε πάει τότε στην
κηδεία. Η μεγαλύτερη τραγωδία, όμως, έμελλε να γραφτεί με το άντρα της κοπέλας,
ο οποίος δεν βρέθηκε ποτέ από τότε, ούτε το πτώμα του. Η κυρά – Μαριγώ δεν
μπορούσε να περιγράψει πως νοιώθει μια μάνα που δεν πρόκειται να ξαναδεί το
παιδί της ούτε ζωντανό, αλλά ούτε και πεθαμένο. Τι να πεις σε αυτή την γυναίκα,
η οποία, είχε εμφανιστεί στην κηδεία της νύφης της και την είχε αποχαιρετίσει
με όλες τις τιμές. Όμως, από εκείνη την ημέρα οι δυο συμπέθεροι ψυχράνθηκαν και
από τότε δεν έχουν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα. Το σπίτι που περίμενε τους
νιόπαντρους δεν κατοικήθηκε ποτέ ούτε από το νιόπαντρο ζευγάρι, αλλά ούτε κι από
κανέναν άλλο. Περίεργο αυτό, γιατί ήταν το καλύτερο, το πιο πλούσιο και μάλιστα
ο πατέρας της νύφης κάποια στιγμή το έδινε κάτω από την πραγματική του αξία,
γιατί δεν είχε ο καημένος καθόλου καλές αναμνήσεις από αυτό. Όμως, μάταια,
κόσμος έμπαινε το έβλεπε και μετά ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Δεν έλεγαν ούτε αν
τους άρεσε ούτε αν δεν τους άρεσε. Τίποτα απολύτως. Μια νεκρική σιωπή απλωνόταν
σε ολόκληρο τον όροφο.
Η
γιαγιά του Γιάννη έμαθε από κάποια κοινή γνωστή κυρία ότι η μητέρα του γαμπρού
καταράστηκε το διαμέρισμα. Η γιαγιά του Γιάννη, η κυρία Μαριγώ, παρ’ όλο που
είναι γιαγιά, και ξέρετε πώς είναι οι γιαγιάδες, δεν τα πολυπιστεύει αυτά. Είναι
μια μοντέρνα γιαγιά, αλλά είχε να το λέει: το διαμέρισμα τόσα χρόνια δεν έχει
σταυρώσει ούτε νοικάρη ούτε αγοραστή και πάνε σχεδόν δέκα χρόνια. Παρ’ όλο που,
είναι αλήθεια, ο μπάρμπα - Νίκος έχει ρίξει την τιμή του πάρα πολύ, κάτω από το
μισό και ακόμη παρακάτω, γιατί δεν το ήθελε πια ούτε κι ο ίδιος, τελικά
σταμάτησε να ασχολείται και το άφησε να μαραζώνει κλειστό όλα αυτά τα χρόνια. Καταλαβαίνετε,
τώρα, γιατί έκανε σε όλους μας εντύπωση η σημερινή μετακόμιση, ειδικά σε όποιον
γνωρίζει την ιστορία του καταραμένου διαμερίσματος της μεγάλης πολυκατοικίας.
Όταν ακούσαμε αυτή την ιστορία, στην αρχή είχαμε
συγκλονιστεί όλοι. Εγώ δεν την πολυπίστεψα, αλλά μου την επιβεβαίωσε κι η δική
μου η γιαγιά με πιο ζοφερές λεπτομέρειες. Αντιληφθήκατε, λοιπόν, γιατί έξαψε
την περιέργειά μας το γεγονός ότι η μεταφορική πήγαινε τα έπιπλα και όλα αυτά
τα πράγματα σε εκείνο το διαμέρισμα. Και, κυρίως, το γεγονός ότι κανείς από
όλους όσους ξέραμε στη γειτονιά δεν είχαν ιδέα για τη μετακόμιση μέχρι το πρωί εκείνης
της Κυριακής. Γιατί εκτός από εμάς κι άλλα μπαλκόνια είχαν βγει και χάζευαν τα
πήγαινελα. Άραγε, οι καινούργιοι ενοικιαστές γνώριζαν την τρομερή ιστορία του
διαμερίσματος; Κι αν τη γνώριζαν πως νοίκιασαν αυτό το διαμέρισμα; Θέλω να πω
δεν φοβούνται τις κατάρες της μάνας του γαμπρού; Φυσικά, εγώ αλλά και η παρέα
μου δεν τα πολυπιστεύει αυτά τα πράγματα, γιατί το διαμέρισμα μια χαρά διαμέρισμα
ήταν και είναι, αφού ούτε ακούγονται περίεργοι ήχοι, ή φωνές όπως γίνεται σε άλλα
στοιχειωμένα σπίτια. Το θέμα, όμως, είναι ότι μια τέτοια ιστορία δεν σε αφήνει
ασυγκίνητο, ειδικά αν έχει σκοπό να κατοικήσεις μέσα σε ένα μέρος με μια τόσο
συγκλονιστική ιστορία, όσο θαρραλέος κι αν είσαι, όπως και να το κάνουμε, είσαι
και λίγο σκεπτικός. Δεν βλάπτει …
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου