Φυσικά,
δεν είμαστε μόνο οι δυο μας σε αυτόν τον κόσμο. Διαθέτουμε και δυο πολύ καλούς
φίλους, με τους οποίους κάνουμε παρέα και στο σχολείο αλλά και μετά από αυτό.
Οι φίλοι μας με τους οποίους κάνουμε παρέα σχεδόν όλοι την ημέρα είναι ο Λουκάς
και ο Γιάννης. Ο Λουκάς είναι ένα χρόνο πιο μεγάλος κι από τους τρεις μας και
τον αισθανόμαστε σαν το μεγάλο μας αδελφό, αφού μας προσέχει, μας μαθαίνει τα
μυστικά του σχολείου (κατά ένα περίεργο τρόπο, μαθαίνει τα πάντα χωρίς να
ρωτήσει το παραμικρό, είναι το κάτι άλλο αυτό το παιδί, και δεν είναι και
κουτσομπόλης, διότι αν δεν το φέρει η κουβέντα δεν ξεκινάει να σου πει απολύτως
τίποτα), δεν αφήνει κανέναν να μας πειράξει, και, τέλος, το καλό είναι ότι
όποτε μάς βλέπουν μαζί με το Λουκά μάς χαιρετάει όλη η έκτη. Είναι πολύ σούπερ,
γιατί όλα τα υπόλοιπα πεμπτάκια μας κοιτάνε με μισό μάτι και μας ζηλεύουν,
επειδή εμείς κάνουμε παρέα με μεγαλύτερα παιδιά. Έτσι είναι οι σωστοί φίλοι. Κι
ο Λουκάς είναι πολύ καλό παιδί, όχι ο πρώτος μαθητής, ούτε από τους πρώτους,
αλλά είναι πολύ έξυπνος και νομίζω ότι επίτηδες είναι μέτριος μαθητής για να
μην τον κατατάξουν τα υπόλοιπα παιδιά στα «φυτά». Ελπίζω να ξέρετε τι εννοώ
όταν λέω «φυτά», και δεν αναφέρομαι σε κάτι απότιστα λουλουδάκια στην αυλή του
σχολείου, που ποτίζονται μόνο αν τους ρίξουμε λίγο νερό από κάποιο δικό μας
μπουκαλάκι.
Επίσης,
ο Λουκάς έχει και την αχίλλειο πτέρνα του που δεν είναι άλλη από τη συμμαθήτριά
μου τη Χριστίνα. Με το που βλέπει τη Χριστίνα ο Λουκάς, κατά ένα περίεργο
τρόπο, μεταμορφώνεται στο πιο χαζό παιδί που έχω γνωρίσει ποτέ μου. Μάλιστα,
μερικές φορές παθαίνει αυτό το μπλοκάρισμα πριν καν δει τη Χριστίνα, αρκεί που
την πιάνουν οι κεραίες του να έρχεται από κάπου μακριά, από την άλλη άκρη της
αυλής, και τότε ο Λουκάς είναι ολόκληρος ένα μπλακ άουτ. Πρέπει να του αρέσει
πολύ η Χριστίνα, γιατί όταν το Χριστινάκι κυκλοφορεί κάπου εκεί γύρω ο Λουκάς
απλά τη χαζεύει, χωρίς να συμμετέχει σε καμιά μας συζήτηση. Θέλω να του το
επισημάνω αυτό το χάζεμα κάποια στιγμή, αλλά δεν βρίσκω ποτέ την κατάλληλη
ευκαιρία, και δεν θέλω να ανοίξω τέτοια κοριτσο-συζήτηση μπροστά στους άλλους,
οι οποίοι δεν είναι και τόσο ώριμοι όσο ο Λουκάς και η αφεντιά μου! Επίσης,
νομίζω ότι είναι κάπως ντροπιαστικό να μάθουν κι οι άλλοι ότι ο φίλος μας ο
Λουκάς είναι ερωτοχτυπημένος με ένα πεμπτάκι. Ίσως, να ήταν διαφορετικά αν ήταν
εκτάκι, ίσως να ήταν και πάλι το ίδιο. Η ουσία είναι ότι αν τον πάρουν χαμπάρι
οι υπόλοιποι της παρέας καταλαβαίνειε τι δούλεμα έχει να «φάει» ο καψερός ο
Λουκάς. Γι΄αυτό αφήνω αυτή τη συζήτηση για κάποια άλλη στιγμή να του κάνω αυτή
την αντρική συζήτηση, μπας και ξεκινάει το λιώσιμο, τουλάχιστον, αφού δει τη
Χριστίνα, κι όχι από πριν. Αν εξαιρέσουμε αυτό το μικρό θεματάκι του Λουκά με
τη Χριστίνα, κατά τα άλλα ταιριάξαμε ως παρέα από την αρχή και το ευτύχημα είναι
ότι μένοντας και στην ίδια γειτονιά περνάμε όλοι μας πολύ ωραία.
Ο
τέταρτος της παρέας είναι ο συμμαθητής μας ο Γιάννης, πεμπτάκι κι αυτός. Ο
Γιάννης ήρθε στο σχολείο μας πέρσι από τη Γερμανία. Άλλοι φεύγουν για τη
Γερμανία λόγω αυτής της γνωστής σε όλους μας οικονομικής κρίσης που ακούμε
συνέχεια στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, αλλά ο Γιάννης μέσα σε αυτήν την
κρίση γύρισε στην Ελλάδα. Αλλά αυτό είναι και το χαρακτηριστικό του Γιάννη: τα
κάνει όλα ανάποδα. Οι γονείς του Γιάννη είχαν πάει Γερμανία για να σπουδάσουν,
γνωρίστηκαν εκεί στο πανεπιστήμιο, παντρεύτηκαν, έκαναν τον Γιάννη, κι έμειναν
αρκετά χρόνια εκεί. Πέρσι, ήρθαν μόνιμα στην Ελλάδα, γιατί, όπως μάς είπε κι ο
Γιάννης, δεν άντεχαν άλλο στη Γερμανία. Άλλο και τούτο πάλι. Απορώ τι δεν
άντεχαν στη Γερμανία, όπου ο πατέρας του Γιάννη εργαζόταν με ένα υπέρογκο ποσό
σε μια εταιρεία υπολογιστών στη Γερμανία (όπως άκουσα τη μαμά μου να λέει τα
νέα στο μπαμπά μου), αλλά παραπονιόταν ότι δεν έβλεπε καθόλου ούτε το Γιάννη,
ούτε και τη γυναίκα του. Έτσι, αποφάσισε να ανοίξει ένα κατάστημα της
γερμανικής εταιρίας στην Ελλάδα, στο οποίο δουλεύει κι η γυναίκα του, και
μπορεί να βλέπει το γιό του, το Γιάννη, όποτε το θέλει. Η εταιρία του πατέρα
του Γιάννη βρίσκεται στο ισόγειο κατάστημα της οικογενειακής πολυκατοικίας, την
οποία έφτιαξε ο παππούς του Γιάννη. Πάνω από το κατάστημα μένει η γιαγιά του,
που το σπίτι της αποτελεί και το συνήθη τόπο συνάντησης της «παλιοπαρέας» μας,
κι ακριβώς από πάνω μένει ο Γιάννης με τους γονείς του.
Η
αλήθεια είναι ότι η γειτονιά μας είναι σαν μια πάρα πολύ μεγάλη οικογένεια.
Όπου και να πάμε βλέπουμε γνωστούς και φίλους, τόσο εμείς όσο κι οι γονείς μας.
Όλες τις αποστάσεις τις μετράμε με βάση το σπίτι του Γιάννη, είναι όλα πιο
εύκολα έτσι, το οποίο είναι ακριβώς απέναντι από το σχολείο μας. Δυο στενά
δεξιά από το σπίτι του Γιάννη μένει ο Λουκάς και στο τρίτο στενό (εννοείται από
το σπίτι του Γιάννη, είπαμε, άρα ένα στενό από το σπίτι του Λουκά) μένω εγώ με
το μεγάλο δίδυμο αδελφό μου και τους γονείς μου, φυσικά.
Αυτή είναι μια ζωγραφιά δικιά μου της γειτονιάς μου, εντάξει δεν είμαι και ο ζωγράφος, κι ούτε θα γίνω ποτέ, απλά έτσι για να έχετε μια ιδέα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου