Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Τρίτο Κεφάλαιο - 2ο μέρος

Η επόμενη μέρα βρήκε τον επιστήμονά μας ξύπνιο από το χάραμα. Ο ήλιος ακόμα δεν είχε ανατείλει κι αυτός είχε πάρει, ήδη, το δρόμο για το δάσος. Σήμερα είχε αφήσει το σημειωματάριό του στο σπίτι, έτσι απολύτως τίποτα δεν θα του αποσπούσε την προσοχή του. Σήμερα, σκοπός του ήταν να πιάσει μια ηλιαχτίδα. Ήταν σίγουρος ότι σήμερα θα τα κατάφερνε! Επιτάχυνε το βήμα του  και πολύ γρήγορα βρέθηκε στο δάσος, το οποίο ξυπνούσε από τον βαθύ ύπνο του. Μέσα από τα δέντρα, τα λουλούδια, τη βλάστηση του δάσους περνούσαν όχι μια αλλά εκατομμύρια φωτεινότατες ακτίνες του ήλιου. Μόνο μια θέλω εγώ, σκέφτηκε χαρούμενος, κι αυτή τη φορά δεν πρόκειται ξεχαστώ, όπως έγινε την προηγούμενη φορά. Κι έτσι όπως περιδιάβαινε στο δάσος  …ωπ ….
-         Να, μια ωραία ηλιαχτίδα εδώ, φαίνεται πολύ φωτεινή, ας την πλησιάσω να δω τι μπορώ να καταφέρω. Όμως, όσο πλησίαζε ο επιστήμονάς μας, τόσο η αχτίδα, κατά ένα μαγικό τρόπο, εξαφανιζόταν.
-         Αχ, να άλλη μια εκεί πίσω από ένα αυτό το δέντρο με τον τεράστιο κορμό. Είμαι σίγουρη ότι δεν θα κρύβεται μόνο μια ηλιαχτίδα πίσω από αυτό το δέντρο... κάτσε να πάω να την πιάσω … α, που πήγε πάλι, α, να την από εδώ είναι ….α, να κι άλλη από εκεί, ωπ… κοίτα αυτή μου φαίνεται είναι πιο ωραία και η πιο φωτεινή, αυτή θα πάω να πιάσω….
Και με αυτόν τον τρόπο ο επιστήμονάς μας έτρεχε μια δεξιά και μια αριστερά, και μια πάλι δεξιά και μια πάλι αριστερά, κι όλο του ξέφευγαν οι ηλιαχτίδες, κι όλο προσπαθούσε τις πιάσει και να τις βάλει κάποια ακτίνα μέσα στο γυάλινο κουτάκι του, κι όλο αυτές ξέφευγαν. Κι άντε πάλι από την αρχή, και να μια εδώ, και να μια εκεί παραπέρα, αχ να μόλις πέρασε μια από δίπλα μου και την έχασα, κι έτρεχε κι έτρεχε κι έτρεχε όλη την ώρα, και κάθε φορά που πλησίαζε κάποια ηλιαχτίδα, ο επιστήμονας άνοιγε το γυάλινο κουτάκι του προσπαθώντας να τη βάλει μέσα … αλλά  μάταια. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε, όσο τρεχαλητό κι αν έριξε, όσο και αν τις κυνηγούσε σε ολόκληρο το δάσος, το γυάλινο χρωματιστό κουτάκι του ήταν, ακόμα, άδειο. Μετά από τόσες ώρες κυνηγητό μέσα από αγριολούλουδα, ελαφάκια, θάμνους, λίμνες, ποταμάκια, δεν είχε καταφέρει να πιάσει ούτε μια τόση δα ηλιαχτιδούλα! Είχε ιδρώσει, είχε ζεσταθεί, του είχε τελειώσει το κολατσιό του, πείναγε κι όπου να΄ ναι ο ήλιος θα έδυε, και είχε ξεμείνει κι από νερό! Το είχε πιει όλο το νερό με τόσο τρεχαλητό.

Όχι, σκέφτηκε, δεν μπορεί να δύσει τώρα ο ήλιος. Δεν έχω πιάσει την ακτίνα μου. Αχ, ήλιε μου, δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα, λίγο, πολύ λίγο, τοσοδούλη για να πιάσω μια και μοναδική ηλαχτιδούλα … μα … στο όνειρο ήταν τόσο εύκολο, τόσο διασκεδαστικό. Τι έγινε και δεν έχω πιάσει ούτε μια ακτίνα στο κουτάκι μου, αναρωτιόταν ο επιστήμονας. Μήπως κάνω κάτι λάθος, σκεφτόταν, καθώς ο ήλιος είχε δύει για τα καλά και ο επιστήμονας πια αποφάσισε να γυρίσει στο σπιτάκι του, για να ξεκουραστεί, να φάει, να πιει νεράκι, που τόσο πολύ διψούσε. Έφυγε από το δάσος χωρίς να έχει πιάσει την πολυπόθητη ηλιαχτίδα του, αλλά δεν το έχανε το θάρρος του. Θα γύριζε στο σπιτάκι του, θα ξεουραζόταν και την επόμενη μέρα, τσουπ η πιο ωραία, η πιο λαμπερή και η πιο φωτεινή ηλιαχτίδα θα στρογγυλοκαθόταν σαν βασίλισσα στο χρωματιστό γυάλινο θρόνο της… 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου