Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πάρα μα
πάρα μα πάρα πολλά χρόνια, ήταν ένας κύριος, ο οποίος ήταν μεγάλος και λαμπρός
επιστήμονας με … πολλά και άλυτα μυστήρια! Ένα από τα πολλά του μυστήρια ήταν
ότι δεν μπορούσε να δουλέψει στο υπερσύγχρονο – για την εποχή εκείνη –
εργαστήριό του μετά τη δύση του ηλίου. Το πρόβλημά του ήταν πράγματι μεγάλο,
γιατί τότε δεν υπήρχε ρεύμα, για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν και να
κάνουν δουλειές, όταν ο ήλιος δεν ήταν ψηλά στον ουρανό. Δεν υπήρχε καθόλου
ρεύμα, ούτε μέσα στα σπίτια, ούτε κι έξω στο δρόμο. Γι’ αυτό όλοι μαζεύονταν
μέσα στα σπίτια τους, κάθονταν κοντά στο τζάκι, έτρωγαν το βραδινό τους και
μετά νωρίς - νωρίς στο κρεβάτι για ύπνο, που κι αυτό γινόταν κοντά στο τζάκι,
για να έχουν ζεστασιά. Όμως ο δικός μας ο επιστήμονας, όπως όλοι οι επιστήμονες
δεν κοιμόταν νωρίς, γιατί ήταν ένας από τους πιο λαμπρούς επιστήμονες της
εποχής που του άρεσε να δουλεύει και τη νύχτα, όταν είχε ησυχία στη γειτονιά
και δεν τον ενοχλούσε κανείς. Επίσης, δεν μπορούσε να φτιάξει τζάκι ούτε σε
κάποιο δωμάτιο του σπιτιού του, αλλά ούτε και μέσα στο εργαστήριό του, γιατί το
τζάκι ήταν πολύ επικίνδυνο, μιας και το εργαστήριο του επιστήμονά μας ήταν
γεμάτο από διάφορα υλικά που αγαπούσαν πάρα πολύ η φωτιά.
Τι
να κάνει, λοιπόν, κι ο επιστήμονάς μας, αναγκαστικά κάθε πρωί ασχολιόταν με
όλες εκείνες τις ασχολίες, οι οποίες είχαν μείνει πίσω από το προηγούμενο
βράδυ, εξαιτίας του σκοταδιού που επικρατούσε στο σπιτάκι του και όταν τελικά
κατάφερνε να τις τελειώσει είχε περάσει τόση πολύ ώρα που είχε φτάσει το
απόγευμα όπου ειδικά το χειμώνα νυχτώνει πολύ νωρίς, με αποτέλεσμα να μην
προλαβαίνει να εργαστεί, ούτε με το φως της ημέρας, αλλά ούτε και στο σκοτάδι….
Θα μου
πείτε, τώρα, μα πόσες πολλές δουλειές είχε κάθε πρωί κι αυτός ο επιστήμονας πια;
Πολλές, γιατί ήταν πολύ ζημιάρης, χωρίς να φταίει, όμως, ο καημένος. Αφού δεν
έβλεπε να φτιάξει το βραδινό του, έσπαγε κάποιο πιάτο ή κάποιο ποτήρι, ή αν
κατάφερνε να μην σπάσει τίποτα, μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να δει για να
βάλει το φαγητό του από την κατσαρόλα στο πιάτο για να φάει, κι έτσι το φαγητό
προσγειωνόταν στο πάτωμα στης κουζίνας. Φανταστείτε, λοιπόν, πόσες πολλές
δουλειές είχε να κάνει κάθε πρωί. Να μαζέψει τα σπασμένα κουζινικά του, να
σφουγγαρίσει το πάτωμα της κουζίνας που είχε ρίξει κατά λάθος το φαγητό του, με
αποτέλεσμα ώσπου να τακτοποιηθεί κι ο ίδιος, να καταφέρει να φάει, να κάνει ένα
μπάνιο, να πάει στην αγορά να ψωνίσει διάφορα πράγματα για το σπίτι και το εργαστήριό
του, έφτανε μεσημέρι! Εντάξει, δεν ήταν και ο πιο γρήγορος επιστήμονας του
κόσμου, τι να κάνουμε. Ήταν και λιγάκι τροφαντούλης, γιατί εκτός από
επιστήμονας τού άρεσε και το καλό φαγητό, το πολύ καλό φαγητό, οπότε
καταλαβαίνετε ότι τον ήθελε τον χρόνο του ο επιστήμονάς μας, για να κάνει τις
δουλίτσες του που δεν ήταν … επιστημονικές.
Εκτός
όμως, από αυτά τα καθημερινά προβληματάκια του ο αξιολάτρευτος αυτός
επιστήμονάς μας είχε κι άλλο ένα ακόμα πιο σημαντικό πρόβλημα! Επιστημονικό
πρόβλημα, όπως το χαρακτήριζε ο ίδιος. Το πρόβλημά του ήταν ότι όταν έδυε ο
ήλιος και ησύχαζε όλη η γειτονιά και τα μαγαζιά έκλειναν, τότε, εκείνες τις
ήσυχες ώρες, που όλος ο κόσμος, μικροί και μεγάλοι βρίσκονταν στα σπίτια τους,
ο επιστήμονάς μας είχε φοβερές και καταπληκτικές ιδέες. Μα, θα μου πείτε, γιατί
αυτό είναι πρόβλημα … μάλλον δεν καταλαβαίνετε τι εννοώ! Όλες οι καλές ιδέες
τού έρχονταν μέσα στο σκοτάδι. Τότε που όλοι πέφτουν για ύπνο, το μυαλό ξυράφι
του επιστήμονάς μας κατακλυζόταν από πρωτότυπες και μοναδικές ιδέες. Δυστυχώς,
δεν μπορώ να σας πω έστω και μια από αυτές τις καταπληκτικές ιδέες. Και τον
επιστήμονά μας να ρωτήσετε πάλι κι αυτός θα ξύσει το κεφαλάκι του χωρίς όμως να
μας πει ούτε μια ιδέα. Και ξέρετε γιατί; Ναι, καλά καταλάβατε!!! Γιατί και ο
ίδιος δεν τις έχει γράψει πουθενά. Μα, τι απρόσεκτος, θα μου πείτε! Όχι δεν
είναι απρόσεκτος, απλώς δεν τις έχει γράψει πουθενά κι αυτός να τις θυμάται, διότι
πολύ απλά μέσα στο σκοτάδι ήταν αδύνατο να βρει το σημειωματάριο και το μολύβι
του, για να τις σημειώσει. Προσπαθούσε να λύσει αυτό το πρόβλημα με διάφορους
τρόπους, αλλά μάταια.
Μάταια,
προσπαθούσε να κινηθεί από το ένα δωμάτιο στο άλλο, μάταια προσπαθούσε να
σημειώσει τις λαμπρές του ιδέες πάνω στο σημειωματάριό του, αφού ποτέ δεν το
έβρισκε. Μάλιστα, μια φορά που είχε νομίσει ότι το είχε βρει, και είχε
σημειώσει ίσα με δέκα καταπληκτικές ιδέες, την επόμενη μέρα κατάλαβε ότι τις
είχε … πλύνει τις ιδέες του, γιατί τις είχε σημειώσει τελικά πάνω σε μια
πετσέτα της κουζίνας. Ούτε μια δεν κατάφερε να διασώσει, καθώς κάποιες ιδέες
είχαν σβηστεί καθώς σκούπιζε τα πιάτα, άλλες καθώς σκούπιζε τα ποτήρια, κι
άλλες καθώς σκούπιζε τα χέρια του. Αλλά και το σημειωματάριό του να έβρισκε,
έχανε πάνα το μολύβι του.
Κάποια
άλλη φορά, είχε αποφασίσει, για να μην τις ξεχάσει τις ιδέες που του έρχονταν
το βράδυ, να μην κοιμηθεί καθόλου μα καθόλου όλη τη νύχτα, να μην κλείσει
κανένα από τα δύο πανέξυπνα ματάκια του, και έτσι μόλις ξημέρωνε το πρωί θα τις
σημείωνε στο σημειωματάριό του και μετά θα πήγαινε να κοιμηθεί ήσυχος πια ότι
οι ιδέες του θα ήταν προστατευμένες μέσα στο σημειωματάριό του. Όμως, δεν
πέτυχε ούτε αυτή η λύση μιας κι ο επιστήμονάς μας ήταν πολύ κουρασμένος καθώς για να μην τον πάρει ο ύπνος, έλεγε τις ιδέες
του φωνακτά όλη τη νύχτα περπατώντας πάνω – κάτω στο εργαστήριό του, ώσπου
κάποια στιγμή για να ξεκουράσει λίγο τα ποδαράκια του, κάθισε στην … επιστημονική
του πολυθρόνα, κι αμέσως τον πήρε ένας γλυκός ύπνος. Το πρωί, που σηκώθηκε, δεν
θυμόταν καμιά από τις ιδέες του για να τις σημειώσει στο σημειωματάριό του κι
έτσι πάνε πέταξαν κι αυτές οι λαμπρότατες επιστημονικές του ιδέες, για άλλη μια
φορά!
Κατάλαβε,
λοιπόν, ότι δεν ήταν λύση να μένει ξύπνιος το βράδυ για να μην ξεχνάει τις
ιδέες του, αλλά ότι θα έπρεπε να βρει μια λύση για να μπορεί να δουλεύει και το
βράδυ. Και μάλιστα θα έπρεπε να βρει μια λύση για να μπορεί να δουλεύει …όχι
μόνο ένα βράδυ, αλλά κάθε βράδυ. Δύσκολη υπόθεση ακόμα και για το ευφυέστατο
μυαλό του δικού μας κυρίου επιστήμονα. Δεν μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά. Αν
δεν έβρισκε έναν τρόπο να φωτίσει τις νύχτες του, στο τέλος θα ξέχναγε όλες τις
ιδέες του, το εργαστήριό του θα έπιανε αράχνες και τότε τι θα έκανε, δεν ήξερε
να κάνει κάτι άλλο. Όλη του τη ζωή ήταν επιστήμονας. Και το να σκουντουφλάει
όλη τη νύχτα κάθε νύχτα σε ό,τι έβρισκε μπροστά του δεν ήταν και πολύ
επιστημονικό αυτό. Κάποια στιγμή έπρεπε να τελειώσει αυτό το μαρτύριο! Πάει και
τελείωσε!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου