Όταν
στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης ανερχόταν ο ιερός Φώτιος, στον παπικό θρόνο
είχε μόλις ανέβει ο πάπας Νικόλαος ο Α΄ (858 - 867). Οι ψευτοισιδώρειες
διατάξεις είχαν ερεθίσει τις νέες αυταρχικές και φίλαρχες τάσεις του παπικού
θρόνου και υπήρξαν ανεξάντλητη πηγή επιχειρημάτων για την υπεράσπιση του
διεκδικούμενου παπικού πρωτείου. Υπό το πνεύμα αυτό ο Νικόλαος αναμίχθηκε στο
ζήτημα του διαζυγίου του Λοθάριου Β΄, όπως επίσης και στο ζήτημα του Ροθάδου
του Σουασσών, το οποίο οδήγησε στη ρήξη του πάπα προς τον περίφημο
αρχιεπίσκοπο Ρείμων Χινκμαρ. Και στις
δύο περιπτώσεις ο Νικόλαος προέβαλε το παπικό πρωτείο και την ανώτατη δικαστική
εξουσία του πάπα σε αμφισβητούμενες σοβαρές υποθέσεις. Τη συγκεντρωτική αυτή
δικαιοδοσία αμφισβήτησε με ισχυρά κανονικά επιχειρήματα υπέρ των μητροπολιτικών
δικαίων ο αρχιεπίσκοπος Ρείμων Χινκμαρ, με το Νικόλαο να επιμένει στη θέση ότι
οι σοβαρές υποθέσεις ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του παπικού θρόνου,
δηλαδή με άλλα λόγια της Καθέδρας του Πέτρου, και όχι στη δικαιοδοσία των
αρχιεπισκόπων ή των τοπικών τους συνόδων, αφού καμιά σύνοδος, είτε επαρχιακή,
είτε γενική, δεν θα μπορούσε να συγκληθεί χωρίς την εντολή του παπικού θρόνου.
Προκειμένου να επιβληθούν όλα τα ανωτέρω ο Νικόλαος επέβαλε το παπικό πρωτείο
σε όλους του Φράγκους, ιδιαίτερα δε στους αρχιεπισκόπους της Δύσης,
επικαλούμενος την εξουσία του πάπα να κρίνει ακόμη και όλους τους πατριάρχες,
ως ο ενσαρκωτής της ζώσας και δρώσας παρουσίας του αποστόλου Πέτρου στην
Εκκλησία. Σε αυτόν τον αγώνα του ο Νικόλαος βρήκε κύριο συμπαραστάτη τον
Αναστάσιο τον Βιβλιοθηκάριο, ο οποίος συνέταξε τις περισσότερες επιστολές του
πάπα, κυρίως μετά το 863. Λαμβάνοντας αυτά τα γεγονότα υπόψιν μας μπορούμε να
κατανοήσουμε καλύτερα την αρνητική θέση του Νικολάου έναντι του Φωτίου, ο
οποίος, σύμφωνα με το κανονικός έθος, απέστειλε το κοινωνικό ή συνοδικό γράμμα
περί της χειροτονίας του σε όλους τους πατριάρχες της Ανατολής και προς τον
πάπα της Ρώμης, το 860. Το γράμμα αυτό έφτασε μέσω του πρωτοσπαθάριου Αρσαβηρού
στους επισκόπους Γάγγρας Μεθόδιο, Κολοσσών Σαμουήλ, Αμορίου Θεόφιλο και
Ταορμίνης Ζαχαρία, οι οποίοι μετέφεραν και επιστολή του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄
προς τον πάπα Νικόλαο. Στο γράμμα αυτό ο ιερός Φώτιος αναφερόταν στα
συνηθισμένα στοιχεία, τα οποία περιέχονταν μεταξύ των πέντε πατριαρχών, έκανε,
όμως, και αναγκαστικά και παρά τη θέλησή του, μετά από πολλές πιέσεις αποδοχή
της ύψιστης τιμής του επισκοπικού αξιώματος μετά την παραίτηση του προκατόχου
του Ιγνατίου. Ο πάπας Νικόλαος άδραξε την ευκαιρία προκειμένου να καταστεί
ρυθμιστής των εσωτερικών αντιθέσεων, οι οποίες δημιουργήθηκαν στην εκκλησία
Κωνσταντινουπόλεως, οραματίστηκε να επιβάλει τα απορρέοντα από το διεκδικούμενο
παπικό πρωτείο δικαιώματά του και στους πατριάρχες της Ανατολής. Το γεγονός ότι
ο αυτοκράτορας ζητούσε από τον πάπα την αποστολή αντιπροσώπων στην
Κωνσταντινούπολη για τη συνοδική επίλυση των προβλημάτων, τα οποία ανέκυψαν
μετά τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας το 843, κυρίως, αναφορικά με την αντιμετώπιση
των μετανοούντων εικονομάχων επισκόπων και κληρικών, παρείχε τη δυνατότητα μιας
ανώδυνης προβολής του παπικού πρωτείου. Με υπόδειξη του συμβούλου του
Αναστάσιου του Βιβλιοθηκάριου, ο Νικόλαος εξέφρασε στις απαντητικές επιστολές
προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ και προς τον Πατριάρχη Φώτιο την έκπληξή του για
την καθαίρεση του Ιγνατίου από τη σύνοδο και την αντικανονική («αθρόον»
χειροτόνηση του Φωτίου) χειροτόνηση στον
πατριαρχικό θρόνο ενός λαϊκού, του Φωτίου. Ο πάπας αρνήθηκε να τον
δεχθεί σε κοινωνία, μέχρι να του γίνουν γνωστές οι διαπιστώσεις των
απεσταλμένων του στην Κωνσταντινούπολη αναφορικά με την τήρηση των ιερών
κανόνων κατά την κρίση και την καθαίρεση του Ιγνατίου. Αυτή ήταν η επιθυμία του
πάπα Νικολάου και των συμβούλων του. Πράγματι, η προγραμματισμένη σύνοδος
συγκλήθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων και χαρακτηρίστηκε ως «Πρωτοδευτέρα» το
861, κατά παραλληλισμό της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου του 325, κυρίως εξαιτίας του
αριθμού των μελών της, τα οποία έφταναν τους 318, όσα και τα μέλη της Α΄
Οικουμενικής Συνόδου. Τα πρακτικά της συνόδου απωλέσθηκαν, αλλά μαρτυρίες για
το περιεχόμενό τους διασώθηκαν από τους σύγχρονους ήτοι τον Νικήτα Παφλαγόνα,
τον Θεόγνωστο, τον Αναστάσιο Βιβλιοθηκάριο, το Στυλιανό.
Οι
αξιώσεις του πάπα Νικολάου είχαν προκαλέσει σθεναρή αντίδραση του ιερού Φωτίου.
Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως θεωρούσε τελεσίδικη και οριστική την ποινή
καθαιρέσεως, η οποία είχε επιβληθεί κανονικώς και αμετακλήτως στον παραιτηθέντα
πατριάρχη Ιγνάτιο. Λόγω της δυσχέρειας των παπικών αντιπροσώπων να
μεταπεισθούν, αποφασίστηκε μια τυπική αναθεώρηση της υπόθεσης, υπό τον όρο ότι
οι παπικοί εκπρόσωποι, θα αποφαίνονταν στη σύνοδο και όχι μετά την επιστροφή
τους στη Ρώμη, για προφανείς λόγους, καθώς ο Φώτιος θεωρούσε παραδεκτή μια
συνοδική επιβεβαίωση της κρίσης με μια νέα συνοδική διαδικασία, αλλά απέρριπτε
την αξίωση του πάπα να καταστεί αυτός ουσιαστικός κριτής της επίμαχης υπόθεσης.
Με άλλα λόγια, η αναθεώρηση της υπόθεσης του Ιγνατίου, προσλάμβανε κατ΄ ουσία
ένα απλό ενημερωτικό ή και επιβεβαιωτικό χαρακτήρα ως προς την κανονικότητα της
τηρηθείσης διαδικασίας σύμφωνα με τον
Ιγνάτιο. Ο πατριάρχης Φώτιος επέβαλε στους παπικούς αντιπροσώπους την
αποδοχή της πρώτης καθαιρετικής απόφασης εναντίον του Ιγνατίου, προκειμένου να
μπορούν να προχωρήσουν στην προτεινόμενη αναθεώρησή της από την Πρωτοδευτέρα
σύνοδο και όχι φυσικά από τον παπικό θρόνο. Ο Ιγνάτιος προσεκλήθηκε και μετέβη
στην Κωνσταντινούπολη, και οι ιγνατιανοί προσπάθησαν να μεταθέσουν την
αρμοδιότητα της αναθεώρησης στον παπικό θρόνο, όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε
δεκτό, διότι έθιγε την αυτοτέλεια της κρίσης της πατριαρχικής συνόδου της
Κωνσταντινούπολης και έτσι απορρίφθηκε από όλα τα μέλη της Πρωτοδευτέρας
συνόδου. Αξίζει να αναφερθεί και το εξής γεγονός: ο Ιγνάτιος προκειμένου να
κριθεί φορούσε την αρχιερατική του στολή συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι η
καθαίρεσή του δεν ίσχυε ή ότι αυτή ήταν ακυρώσιμη. Η σύνοδος όμως αντέδρασε
άμεσα και ο Ιγνάτιος αναγκάσθηκε να βγάλει την αρχιερατική στολή και να μείνει
με τη μοναχική περιβολή, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι ήταν ήδη
καθηρημένος, και γι’ αυτό το λόγο θα γινόταν η δίκη της αναθεώρησης της
απόφασης καθαίρεσής του. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Ιγνάτιος θεωρούσε τον εαυτό του ως
κανονικό πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αξιώνοντας την άμεση αναγνώρισή του από
τους παπικούς αντιπροσώπους. Στη σύνοδο αυτή οι κατηγορίες εναντίον του
Ιγνατίου ήταν οι εξής δύο: α) ότι από τη στιγμή που παραιτήθηκε από τον
πατριαρχικό θρόνο η καθαίρεσή του αποτελούσε μονόδρομο, και β) ότι είναι τεθεί
ως υποψήφιος για τον πατριαρχικό θρόνο όχι από κανονική σύνοδο επισκόπων, αλλά
από τη βασίλισσα Θεοδώρα. Αντιλαμβανόμενος ο Ιγνάτιος, ότι και κατά την
αναθεώρηση της υπόθεσής του η απόφαση θα είναι το ίδιο αρνητική, προέβη σε
αμφισβήτηση των παπικών αντιπροσώπων, απείχε από τη δεύτερη συνεδρίαση της
συνόδου και στην τρίτη συνεδρίαση τήρησε σιγή. Ο πατριάρχης Φώτιος προσπάθησε
να αποφύγει τη σύγκρουση, δείχνοντας μετριοπάθεια, ίσως υπερβολική, στις
προκλητικές παπικές αξιώσεις. Σχετικά με την κανονικότητα της δικής του
εκλογής, την οποία οι αντίπαλοί του βάσιζαν στον κανόνα 10 της συνόδου της
Σαρδικής του 343, προέβαλε την αχρησία του κανόνα στην εκκλησιαστική πράξη με
την αναφορά στα παρεμφερή παραδείγματα του Αμβροσίου, Νεκταρίου, Θαλασσίου,
Ταρασίου και Νικηφόρου. Χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη διαφωνία επουσιώδη, η οποία
μάλιστα θεραπεύτηκε με τον κανόνα 17 της Πρωτοεδευτέρας συνόδου. Τέλος τόνισε
ότι η υπαγωγή των επαρχιών της Ν. Ιταλίας και του Α. Ιλλυρικού στη δικαιοδοσία
του παπικού θρόνου έβρισκε εμπόδιο στον αυτοκράτορα, και ζήτησε να μην γίνονται
δεκτοί από τον αυτοκράτορα οι Ρωμαίοι κληρικοί, αν δεν έφεραν δικά του
συστατικά γράμματα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου