Κυριακή 6 Απριλίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια" - 14ο κεφάλαιο

Ο πίσω κήπος, όμως, συνέχιζε να με εκπλήσσει. Εκτός από καταπληκτικά παιχνίδια, παντού υπήρχαν στρωμένα τεράστια τραπέζια με όλων των ειδών τα απαγορευμένα παιδικά φαγητά σε τεράστιες ποσότητες. Κάθε τραπέζι διέθετε το δικό του σιντριβάνι σοκολάτας, το δικό του σιντριβάνι παγωτού και το δικό του σιντριβάνι πορτοκαλάδας και λεμονάδας. Μέσα σε πολύ μεγάλα χρωματιστά μπώλ σε σχήμα καραβιού γεμάτα μέχρι πάνω με πατατάκια, ποπ – κορν και γαριδάκια σε διάφορα σχήματα και γεύσεις. Δοκίμασα κι ήταν πολύ νόστιμα. Περιττό να πω ότι πρώτη φορά έτρωγα τέτοια γαριδάκια. Είχε τις γνωστές «μπόμπες» αλμυρές αλλά και γλυκές, υπήρχαν ακόμα πιατέλες με όλων των ειδών τα χάμπουργκερ, ακόμα και για χορτοφάγους, όπως άκουσα μια κυρία να λέει. Νομίζω ότι χορτοφάγος είναι η μαμά του Λουκά. Αλήθεια που ήταν οι φίλοι μου, κι ο Ανδρέας που είχε χαθεί, αναρωτήθηκα κάποια στιγμή. Είχε κι άλλες πιατέλες με ό,τι φαγητό περίεργο ή φυσιολογικό υπήρχε στον κόσμο. Και φυσικά, επειδή δεν νοείται παιδικό πάρτυ χωρίς τούρτα, κάθε μα κάθε τραπέζι είχε όποια τούρτα μπορούσες να φανταστείς, σε όποια γεύση μπορούσες να φανταστείς.
Από κόσμο το πάρτυ ήταν φίσκα. Είδα όλα τα παιδιά του σχολείου, από το πιο μεγάλο μέχρι το πιο μικρό προνηπιάκι. Επίσης, εκεί ήταν όλοι οι γείτονες, όχι μόνο της δικής μας γειτονιάς, αλλά και όλων των γειτονικών γειτονιών. Κάπου πήρε το μάτι και κάτι γείτονες από την παλιά μας γειτονιά, αλλά δεν έδωσα και πολύ σημασία, γιατί ξέρετε τώρα πόσο μπερδεψούρικα είναι τις περισσότερες φορές τα όνειρα.
Όλη αυτή την ώρα περπατούσα προσπαθώντας να βρω τους φίλους μου, γιατί αφού είχα δει τον Ανδρέα, σίγουρα κάπου μέσα στον κήπο θα ήταν ο Λουκάς και ο Γιάννης. Αλλά που; Κάποια στιγμή σαν να με άκουσε ο Θεός, άκουσα εγώ τις φωνές του Λουκά και του Γιάννη την ώρα που κατέβαιναν κραυγάζοντας κι αλαλάζοντας την τσουλήθρα – φίδι. Στάθηκα να τους περιμένω στο τέλος της τσουλήθρας. Περίμενα και περίμενα, αλλά αυτοί δεν έλεγαν να κατέβουν. Τους άκουγα που φώναζαν και γελούσαν αλλά αργούσαν να κατέβουν. Μα καλά πόσο μεγάλη είναι αυτή η τσουλήθρα; Σκέφτηκα. Τότε ήρθε και με βρήκε ο Ανδρέας, ο οποίος με τραβούσε μια δεξιά και μια αριστερά για να μου δείξει όλα αυτά που είχε δοκιμάσει (πότε πρόλαβε και τα δοκίμασε όλα αυτά, απορώ!). Ούρλιαζε ο Ανδρέας, αναψοκοκκινισμένος από τη χαρά του, κραύγαζαν ο Γιάννης και ο Λουκάς, οι οποίοι ήταν ακόμα άφαντοι, και στροβιλίζονταν στην τσουλήθρα, κι έτσι, ακολούθησα τον δίδυμο αδελφό μου, ο οποίος έδειξε να έχει μάθει όλα τα κόλπα. Μάλιστα, μου είπε ότι γνώρισε και τα καινούργια παιδιά, τα οποία κι αυτά είναι δίδυμα σαν κι εμάς, μόνο που αυτά είναι αγόρι – κορίτσι, κι όχι αγόρι – αγόρι όπως ήμασταν εμείς. Με έσερνε, λοιπόν, σε όλο τον κήπο που γινόταν το πάρτυ για να με συστήσει στα καινούργια γειτονόπουλα, τα οποία κι αυτά ήταν στην ίδια ηλικία με εμάς, και θα ερχόντουσαν στο δικό μας σχολείο, στη δική μας τάξη, και έπρεπε οπωσδήποτε να γίνουμε φίλοι, με το αγόρι εννοείται, μην ξεχνιόμαστε, ακόμα κι αν είμαστε στο όνειρο, τέτοια λάθη είναι ασυγχώρητα, για να μπορούμε να παίζουμε κι εμείς με όλα αυτά τα καινούργια παιχνίδια που είδαμε την ημέρα της μετακόμισης.

Και όση ώρα έλεγε αυτά ο Ανδρέας, με ταχύτητα πολυβόλου πήγαινε το στόμα του, με τραβολογούσε και με περνούσε ανάμεσα από ένα σωρό κόσμο με μοναδική ταχύτητα, που μόνο οι άνθρωποι στα όνειρα έχουν … 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου