- Γεια σας παιδιά, μας είπε ο Κώστας, ο Λουκάς με ρώτησε για τους
καινούργιους ...
- Και που ξέρεις εσύ τους καινούργιους τον ρώτησε ο Ανδρέας κάπως επιθετικά κοιτώντας δολοφονικά τον Λουκά.
- Μένω στην καινούργια πολυκατοικία κι ο Λουκάς το ξέρει. Βλέπετε ο μπαμπάς μου είναι έμμισθος θυρωρός σε αυτήν. Δουλειά του είναι να γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα ... είπε ο Κώστας όλο καμάρι. Έτσι είναι όταν έχεις μπαμπά στην ... εξουσία της καινούργιας πολυκατοικίας. Τι Πρωθυπουργός, τι Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο κυρ – Στέφανος τούς περνάει όλους.
Ήταν ο πρώτος που έμαθε για τους καινούργιους, όταν ένα πρωινό του Αυγούστου τόν πήρε τηλέφωνο ο κυρ – Νίκος για να του πει ότι θα περάσει ένα ζευγάρι να δει το διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου, δηλαδή του “καταραμένου διαμερίσματος”. Ο κυρ – Στέφανος, διακριτικός άνθρωπος όπως ήταν κι είναι (αν και σαν πρόσωπο τον έχω λίγο συγκεχυμένο στο μυαλό μου) δεν ρώτησε λεπτομέρειες. Σημείωσε απλώς το όνομα των υποψήφιων νοικάρηδων, μέρα και ώρα του ραντεβού. Οι καινούργιοι, λοιπόν, όπως μάθαμε από τον Κώστα ονομάζονταν Βήλια, κι ήταν Εγγλέζοι στο ραντεβού τους.
Ο κυρ – Στέφανος τούς ανέβασε αμέσως στον τελευταίο όροφο να τους δείξει το διαμέρισμα. Φυσικά δεν είπε απολύτως τίποτα για την “κατάρα” του διαμερίσματος. Ο κυρ – Στέφανος το είχε δει πάρα πολλές φορές αυτό το διαμέρισμα. Σωστό παλάτι σε δύο ορόφους, με δικό του δώμα και τμήμα της ταράτσας αποκλειστικά δικό του και μάλιστα με τόσο καλό προσανατολισμό, ώστε να μπορεί κάποιος να απολαμβάνει τον κήπο όλες τις ώρες της ημέρας. Αλλά και το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο, άνετο, ευάερο, ευήλιο, μοναδικό όχι μόνο στην πολυκατοικία αλλά και σε όλη τη γειτονιά. Το πρώτο επίπεδο διέθετε αριστερά μια θεόρατη κουζίνα με αρκετό χώρο για μια πρόχειρη τραπεζαρία, μετά απλωνόταν το καθιστικό και μετά το σαλόνι και η τραπεζαρία. Το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, ήταν σαν κατάστρωμα πλοίου. Τόσο μακριά μπορούσε να δει το μάτι του ανθρώπου. Μια ωραία ξύλινη φαρδιά στριφογυριστή σκάλα τούς οδήγησε στο δεύτερο επίπεδο, όπου υπήρχαν τρεις μεγάλες κρεβατοκάμαρες με δικό της μπάνιο η κάθε μια και με τεράστιες ντουλάπες, που δεν χρειάζεται να αλλάζεις τα ρούχα κάθε χειμώνα και καλοκαίρι, γιατί πολύ απλά το χειμώνα χρησιμοποιείς τη δεξιά ντουλάπα και το καλοκαίρι την αριστερή ή το ανάποδο, η επιλογή και η εποχή ήταν δικιά σου. Σε αυτό το επίπεδο υπήρχε κι ένα δωμάτιο ξένων, το οποίο στην ουσία διέθετε μια μεγάλη κρεβατοκάμαρα και μια παιδική, δικό του μπάνιο, σαλονάκι, χωλ και γραφείο, σαν να λέμε ότι το “καταραμένο διαμέρισμα” έκρυβε μέσα του μια μικρή γκαρσονιέρα. Επίσης, μπροστά από τις δύο παιδικές κρεβατοκάμαρες υπήρχε άφθονος χώρος για να παίζουν τα παιδιά της οικογένειας, σαν να λέμε ένα playroom, αποκλειστικά για τα παιδιά. Φυσικά και το επίπεδο αυτό διέθετε περιμετρικά του διαμερίσματος δικό του μπαλκόνι, όπως ακριβώς και το κάτω επίπεδο. Τέλος, το διαμέρισμα έκρυβε άλλη μια μικρή έκπληξη, ένα μικρό τρίτο επίπεδο, το οποίο διέθετε ένα μεγάλο δωμάτιο, το οποίο κάποιος θα μπορούσε να το μετατρέψει σε γραφείο, ή σε καθιστικό ή σε οτιδήποτε ήθελε, και το οποίο στην άλλη πλευρά της έβγαινε σε μια μικρή όαση, στην ταράτσα του διαμερίσματος.
- Και που ξέρεις εσύ τους καινούργιους τον ρώτησε ο Ανδρέας κάπως επιθετικά κοιτώντας δολοφονικά τον Λουκά.
- Μένω στην καινούργια πολυκατοικία κι ο Λουκάς το ξέρει. Βλέπετε ο μπαμπάς μου είναι έμμισθος θυρωρός σε αυτήν. Δουλειά του είναι να γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα ... είπε ο Κώστας όλο καμάρι. Έτσι είναι όταν έχεις μπαμπά στην ... εξουσία της καινούργιας πολυκατοικίας. Τι Πρωθυπουργός, τι Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο κυρ – Στέφανος τούς περνάει όλους.
Ήταν ο πρώτος που έμαθε για τους καινούργιους, όταν ένα πρωινό του Αυγούστου τόν πήρε τηλέφωνο ο κυρ – Νίκος για να του πει ότι θα περάσει ένα ζευγάρι να δει το διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου, δηλαδή του “καταραμένου διαμερίσματος”. Ο κυρ – Στέφανος, διακριτικός άνθρωπος όπως ήταν κι είναι (αν και σαν πρόσωπο τον έχω λίγο συγκεχυμένο στο μυαλό μου) δεν ρώτησε λεπτομέρειες. Σημείωσε απλώς το όνομα των υποψήφιων νοικάρηδων, μέρα και ώρα του ραντεβού. Οι καινούργιοι, λοιπόν, όπως μάθαμε από τον Κώστα ονομάζονταν Βήλια, κι ήταν Εγγλέζοι στο ραντεβού τους.
Ο κυρ – Στέφανος τούς ανέβασε αμέσως στον τελευταίο όροφο να τους δείξει το διαμέρισμα. Φυσικά δεν είπε απολύτως τίποτα για την “κατάρα” του διαμερίσματος. Ο κυρ – Στέφανος το είχε δει πάρα πολλές φορές αυτό το διαμέρισμα. Σωστό παλάτι σε δύο ορόφους, με δικό του δώμα και τμήμα της ταράτσας αποκλειστικά δικό του και μάλιστα με τόσο καλό προσανατολισμό, ώστε να μπορεί κάποιος να απολαμβάνει τον κήπο όλες τις ώρες της ημέρας. Αλλά και το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο, άνετο, ευάερο, ευήλιο, μοναδικό όχι μόνο στην πολυκατοικία αλλά και σε όλη τη γειτονιά. Το πρώτο επίπεδο διέθετε αριστερά μια θεόρατη κουζίνα με αρκετό χώρο για μια πρόχειρη τραπεζαρία, μετά απλωνόταν το καθιστικό και μετά το σαλόνι και η τραπεζαρία. Το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, ήταν σαν κατάστρωμα πλοίου. Τόσο μακριά μπορούσε να δει το μάτι του ανθρώπου. Μια ωραία ξύλινη φαρδιά στριφογυριστή σκάλα τούς οδήγησε στο δεύτερο επίπεδο, όπου υπήρχαν τρεις μεγάλες κρεβατοκάμαρες με δικό της μπάνιο η κάθε μια και με τεράστιες ντουλάπες, που δεν χρειάζεται να αλλάζεις τα ρούχα κάθε χειμώνα και καλοκαίρι, γιατί πολύ απλά το χειμώνα χρησιμοποιείς τη δεξιά ντουλάπα και το καλοκαίρι την αριστερή ή το ανάποδο, η επιλογή και η εποχή ήταν δικιά σου. Σε αυτό το επίπεδο υπήρχε κι ένα δωμάτιο ξένων, το οποίο στην ουσία διέθετε μια μεγάλη κρεβατοκάμαρα και μια παιδική, δικό του μπάνιο, σαλονάκι, χωλ και γραφείο, σαν να λέμε ότι το “καταραμένο διαμέρισμα” έκρυβε μέσα του μια μικρή γκαρσονιέρα. Επίσης, μπροστά από τις δύο παιδικές κρεβατοκάμαρες υπήρχε άφθονος χώρος για να παίζουν τα παιδιά της οικογένειας, σαν να λέμε ένα playroom, αποκλειστικά για τα παιδιά. Φυσικά και το επίπεδο αυτό διέθετε περιμετρικά του διαμερίσματος δικό του μπαλκόνι, όπως ακριβώς και το κάτω επίπεδο. Τέλος, το διαμέρισμα έκρυβε άλλη μια μικρή έκπληξη, ένα μικρό τρίτο επίπεδο, το οποίο διέθετε ένα μεγάλο δωμάτιο, το οποίο κάποιος θα μπορούσε να το μετατρέψει σε γραφείο, ή σε καθιστικό ή σε οτιδήποτε ήθελε, και το οποίο στην άλλη πλευρά της έβγαινε σε μια μικρή όαση, στην ταράτσα του διαμερίσματος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου