Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια" - 20ο κεφάλαιο

Ώσπου να κατέβω, οι άλλοι δύο είχαν βάλει τα μπουφάν τους κι είχαν ανοίξει και την εξώπορτα. Άλλες φορές για να ξεκουνηθούν πρέπει να κτυπήσει το πρώτο κουδούνι τουλάχιστον δύο φορές, και σήμερα δεν είχε κτυπήσει καν. Τι άλλο θα ζήσω, σήμερα, ο άνθρωπος σκέφτηκα, καθώς καλημέριζα τη μαμά και τον μπαμπά. Να κάτι που δεν είχα δει στο όνειρό μου: τη βιασύνη του Λουκά και του Ανδρέα. Να κάτι που δεν είχα δει στο όνειρό μου: τη βιασύνη του Λουκά και του Ανδρέα. Άλλες φορές έχω φτάσει μέχρι το σπίτι του Λουκά ακούγοντας τον Ανδρέα να τρέχει πίσω μου φωνάζοντας: “Μα, δεν καταλαβαίνω τι σ' έπιασε σήμερα;”. Έχω φτάσει στο σπίτι του Λουκά, έχω εξσηκώσει τον Λουκά, που τις περισσότερες φορές δεν σηκώνεται από το κρεβάτι του ό,τι και να του τάξεις, εντάξει ίσως μόνο με το όνομα της Χριστίνας κάτι μπορεί να γίνει, έχω φτάσει στο σπίτι του Γιάννη, κι ο Ανδρέας τρέχει πίσω μου φωνάζοντας συνεχώς σε όλο το δρόμο “Έρχομαι, μισό λεπτό, ξέχασα τη μπάλα του μπάσκετ να πάρω μαζί μου σήμερα” και ξανατρέχει προς το σπίτι, περνώντας πάντα από το σπίτι του Λουκά, να τον ενημερώσει ότι όταν θα έχει επιστρέψει από το δικό του σπίτι κρατώντας την ξεχασμένη μπάλα του, αυτός πρέπει να είναι έτοιμος, πλυμένος, ντυμένος και να τον περιμένει στην πόρτα, κάτι που ποτέ δεν γίνεται, και μετά τρέχει φουριόζος μέσα στο σπίτι μας, ανεβαίνει σαν πύραυλος εδάφους – αέρος στον πάνω όροφο να πάρει την μπάλα του, κατεβαίνει σαν πύραυλος αέρος – εδάφους φωνάζοντας συνεχώς προς το σπίτι του Λουκά, άντε έλα να πάμε και μια μέρα μαζί στο σχολείο (λέμε τώρα), όπου φυσικά ο Λουκάς με το ζόρι έχει κατεβάσει το ένα πόδι του από το κρεβάτι, και μετά μας προλαβαίνει με το Γιάννη στην εξώπορτα του δικού του σπιτιού, όπου συνήθως βρίσκομαι με το Γιάννη κάνοντας την πρωινή μας σύσκεψη, αλλά σήμερα ΟΧΙ, σήμερα συμβαίνει κάτι τελείως διαφορετικό. Σήμερα είναι η μέρα που έρχονται τα καινούργια γειτονόπουλα στο σχολείο και εμείς πρέπει να βαρέσουμε προσοχή μπας και μας κάνουν φίλους. Βαρέθηκα, αλλά τι να κάνω να παρατήσω τους φίλους μου, επειδή τρελάθηκαν με τα παιχνίδια κάποιου τον οποίο δεν έχουν δει ακόμα.
Όταν, κάποια στιγμή, εκεί γύρω στις 8 παρά πέντε, καταφέρνουμε να μαζευτούμε κάνουμε, όπως σας είπα και την πρωινή συσκεψούλα μας, μην νομίζετε δεν συζητάμε τίποτα συνταρακτικό, να μπας και ψυχανεμιζόμαστε κάποιο πονηρό διαγώνισμα, ή αν μάς έχει ξεφύγει κάποια άσκηση στα Ελληνικά ή στα Μαθηματικά, και εκεί γύρω στις 8 και τέταρτο ακόυμε το πρώτο κουδούνι του σχολείου, το οποίο βέβαια δεν αφορά εμάς, διότι πολύ απλά εμείς είμαστε παλιοί και δεν μασάμε από τέτοια. Το ξέρει, όμως, αυτό η διευθύντρια (χα, κι άλλο κορίτσι, που το είχα ξεχάσει στην προηγούμενη καταμέτρησή μου, και η διευθύντρια πιάνεται διπλή, όχι γιατί είναι χοντρή, που δεν είναι, απλώς γιατί είναι διευθύντρια και ο λόγος της μετράει περισσότερο από τους μαθητές και τους δασκάλου) και ξανακτυπάει το κουδούνι μετά από τρία λεπτά, όπου εμείς στο σημείο αυτό, μαζεύουμε ό,τι μπορεί να έχουμε σκορπίσει εκεί μπροστά στο πεζοδρόμιο, τσεκάροντας πάντα μην πάρει ο ένας τα τετράδια του άλλου (γιατί το έχουμε πάθει κι αυτό, αλλά ήταν πολύ παλιά πριν παλιώσουμε εμείς) και σε ακόμα τρία λεπτά η κα Πονηρίδω (η διευθύντρια καλέ) ξανακτυπάει το κουδούνι για τρίτη φορά, όπου τότε τρέχουμε πανικόβλητοι, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι το τρίτο κουδούνι, δεν τρέχουμε πανικόβλητοι από το πρώτο. Βέβαια, δεν μπορώ να πω και με σιγουριά αν τελικά είμαστε πανικόβλητοι ή παλιοί γιατί κατά ένα παράδοξο τρόπο τα τρία τέταρτα του σχολείου εμφανίζονται αλαφιασμένα μόλις ακουστεί το τρίτο κουδούνι. Ίσως, η μαμά του Γιάννη να έχει και κάποιο μικρούτσικο δίκιο, η κυρία – Χριστίνα, όταν λέει ότι το τρίτο κουδούνι είναι το κουδούνι των αργοπορημένων και όχι των παλιών!
Η πολυπόθητη Δευτέρα είχε έρθει και νομίζω ότι κανείς εκτός από τον Ανδρέα, τον Λουκά και τον Γιάννη δεν πρέπει να χαίρονταν τόσο πολύ, όσο εκείνη τη Δευτέρα, όπου για πρώτη φορά στα χρονικά ο Ανδρέας και ο Λουκάς με περίμεναν στην εξώπορτα του σπιτιού μου, έτοιμοι και με τα μπουφάν τους φορεμένα και με τις τσάντες στους ώμους, κι αυτή τη φορά εγώ ήμουν ο αργοπορημένος, για πρώτη αλλά και μοναδική φορά στη ζωή μου. Όμως τώρα η Δευτέρα είχε έρθει κι όλο το σχολείο ήταν συγκεντρωμένο στο πραύλιο του σχολείου για την πρωινή προσευχή, η κυρία Πονηρίδω έλεγε τα δικά της για τα διαλείμματα, την καντίνα του σχολείου, τα καλάθια των αχρήστων κι άλλα τα οποία απορώ πως της έρχεται η έμπνευση για τα καλαθια των αχρήστων, αλλά πουθενά όπου κι αν κοιτάγαμε δεν βλέπαμε κανένα καινούργιο αγόρι ή κορίτσι. Αφού μάς καλημέρισε η κυρία Πονηρίδω και μας είπε για πολλοστή φορά να μην τρέχουμε στις σκάλες, στους διαδρόμους, στο προαύλιο και εν γένει πουθενά μέσα στο σχολείο, κατευθυνθήκαμε στις τάξεις μας. Εντάξει, ίσως να μας σύστηνε τους καινούργιους συμμαθητές μας η δασκάλα μας, η κυρία Ανθή.
Αλλά ακόμα κι όταν μπήκε η κυρία Ανθή στην τάξη μας και μάς καλημέρισε, αντί να μας συστήσει τους καινούργιους μας συμμαθητές μας, με όλους μας έτσι είχε κάνει, μάς είπε, πολύ απλά, να βγάλουμε το τετράδιο της Ορθογραφίας για να μας υπογορεύσει την ορθογραφία αλλά επειδή ήταν Δευτέρα είχαμε κι εξτραδάκι, δηλαδή, κάποιες ασκησούλες στο καινούργιο κεφάλαιο της Γραμματικής που μάς δίδαξε την Παρασκευή.
- Αν είναι δυνατόν, την Παρασκευή μάθαμε Ενεργητική και Παθητική Φωνή, μουρμούρισε ο Ανδρέας στον Γιάννη, πως θέλει να την έχουμε μάθει. Δεν της έχουν πει της κυρίας Ανθής ότι το Σαββατοκύριακο είναι δύσκολο για πολύ διάβασμα; Πότε θα το καταλάβει, επιτέλους;
- Ε, Γιώργο, ξέρεις ενεργητική και παθητική φωνή; με ρώτησε ο Γιάννης, που τον είχε βάλει ο Ανδρέας, γιατί ο Ανδρέας δεν τολμούσε, βέβαια, τι να με ρωτήσει, όλο το Σαββατοκύριακο τού είχα φάει τα αφτιά, αλλά αυτό τον χαβά του, το καινούργιο παιδί και το καινούργιο παιδί. Όταν τόλμησα να του πω μέσες άκρες τι είναι η ενεργητική και η παθητική φωνή ξέρετε ποιά ήταν η απάντησή του; “Σιγά μην μας βάλει κι ασκήσεις στην ορθογραφία για ενεργητική και παθητική φωνή, ορθογραφία γράφουμε.”, αλλά που να θυμηθούν όλοι ότι η κυρία Ανθή έχει σύστημα να μας βάζει ένα ψιλοδιαγώνισμα στην Ορθογραφία τη Δευτέρα για να δει τι έχουμε εμπεδώσει και τι όχι, από την γραμματική της προηγούμενης εβδομάδας κι ανάλογα να κανονίσει τη Γραμματική της επόμενης εβδομάδας. Ποιός, όμως, παρακολουθεί την κα Ανθή όταν κάνει μάθημα μόνο ο Θεός το ξέρει ..., γιατί κι εγώ μερικές φορές ξεχνιέμαι κι όλο και κάτι σκιτσάρω έτσι για να περάσει η ώρα, λέμε τώρα, μην πάτε και το πείτε στην κα Ανθή ή στη μαμά μου ...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου