Αύριο, 2 Απριλίου, είναι η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού
Βιβλίου, και γιορτάζουν οι δύο μεγάλες μου αγάπες: τα ΠΑΙΔΙΑ και τα ΒΙΒΛΙΑ. Γι’
αυτό για να γιορτάσουμε δεόντως την ημέρα αυτή, θα κάνουμε ένα μικρό αφιέρωμα
στο παιδικό βιβλίο, το οποίο έχει πίσω του μια ιστορία σχεδόν 200 ετών, καθώς
κάνει την επίσημη εμφάνισή του το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, εποχή
κατά την οποία παρουσιάζει άνθιση.
Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου γιορτάζεται από
το 1967 στις 2 Απριλίου, ημερομηνία κατά την οποία γεννήθηκε ο μεγάλος Δανός
παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Καθιερώθηκε από τη Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων
για τη Νεότητα (IBBY) με
σκοπό να τονιστεί η αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, να ενθαρρυνθεί η
διεθνής συνεργασία για την ανάπτυξη και τη διάδοση της παιδικής λογοτεχνίας,
μιας και το βιβλίο υπερτερεί έναντι της τηλεόρασης αλλά και του ίντερνετ, αφού
καλλιεργεί το πνεύμα, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και ο συνδυασμός εικόνας
και κειμένου προσφέρει πολυεπίπεδη αισθητική απόλαυση. Από τότε μέχρι σήμερα
έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα στο παιδικό βιβλίο.
Το παιδικό βιβλίο κάνει την εμφάνισή του για πρώτη
φορά τον 18ο αιώνα, εποχή κατά την οποία ανακαλύφθηκε το … παιδί,
καθώς μέχρι τότε το παιδί ουσιαστικά δεν είχε καμιά υπόσταση. Όμως τον 18ο
αιώνα η παιδαγωγική επιστήμη τοποθέτησε το παιδί στο κέντρο του εκπαιδευτικού
και παιδαγωγικού συστήματος, με αποτέλεσμα την ανακάλυψη αυτών των μικρών, αλλά
τόσο σημαντικών για όλους μας ανθρώπους. Γι’ αυτό, πριν ξεκινήσουμε το αφιέρωμά
μας, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στην έννοια και τον κόσμο του παιδικού
βιβλίου, δεδομένου ότι όλοι μας γνωρίζουμε τι εστί παιδί στις μέρες μας,
έχοντας έτσι κατά νου όλες τις μέχρι σήμερα παιδαγωγικές θεωρίες και
αντιλήψεις. Όταν, λοιπόν, αναφερόμαστε στο παιδικό βιβλίο αυτό δεν είναι τίποτα
άλλο από ένα βιβλίο με αποδέκτες τα παιδιά, τα οποία, όμως, κατά ένα οξύμωρο
τρόπο, δεν συμμετέχουν σε καμιά δημιουργική φάση τους βιβλίου, θέμα το οποίο θα
αναλύσουμε στην πορεία της σημερινής μας αναφοράς. Εμείς, στους Παραμυθούληδες,
θα ξεκινήσουμε το δικό μας ταξίδι στη χώρα του παιδικού βιβλίου, ξεκινώντας από
τα δικά μας μέρη, την αρχαία Ελλάδα, με την πλούσια γραμματειακή παραγωγή της,
η οποία, όμως, δεν άφησε και πολλά περιθώρια στα αναγνώσματα για τα παιδιά της
εποχής εκείνης.
Η αρχαία Ελλάδα μας κληροδότησε μύθους, παραμύθια
και τραγούδια, με τα οποία, όμως, κανείς από τους γνωστούς ακόμα και σήμερα και
πολυγραφότατους αρχαίους συγγραφείς δεν ασχολήθηκε με την καταγραφή τους, με
αποτέλεσμα να έχουν φτάσει, σε διάφορες παραλλαγές στις μέρες μας, μέσω της
προφορικής παράδοσης. Ακόμα, κι οι μύθοι του Αισώπου αποτελούσαν ακούσματα για
μεγάλους και στην πορεία αποτέλεσαν παιδικά αναγνώσματα. Τον 3ο
αιώνα π.Χ. ο ποιητής Καλλίμαχος στο έργο του «Αίτια», περιλαμβάνει συλλογή
μύθων με μεταμορφώσεις μυθικών μορφών σε ζώο, λουλούδια, δέντρο ή αστερισμό.
Αυτά περιελάμβαναν συναρπαστικές αφηγήσεις ανδραγαθημάτων μυθικών ηρώων, όπως
ήταν άθλοι του Ηρακλή, του Θησέα, οι οποίοι επιδρούσαν θετικά στα μικρά παιδιά
αποτελώντας ταυτόχρονα για θαυμασμό και μίμηση. Το 5ο αιώνα π.Χ.
στην Αθήνα ως παιδικά αναγνώσματα θεωρούνταν κάποια ποιητικά κείμενα, τα οποία
χρησιμοποιούσαν, κυρίως, παιδιά των εύπορων οικογενειών για μαθησιακή τους
χρήση. Για προσωπική ευχαρίστηση αυτών των παιδιών υπήρχαν οι μύθοι του
Αισώπου, οι οποίοι από την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν σε γραπτή μορφή. Εκείνη
την εποχή, λοιπόν, για τα παιδιά υπήρχε η προφορική παράδοση, η οποία
περιελάμβανε αυτοσχέδια απλοϊκά παραμύθια για να χαρούν, να ηρεμήσουν ή να
κοιμηθούν. Όμως, σύμφωνα με τον Στράβωνα υπήρχαν και κάποιοι φοβεροί μύθοι, τα
γνωστά μορμολύκεια και οι βρίκελοι, μιας και εκείνη την εποχή δεν είχε
ανακαλυφθεί η έννοια του παιδιού, κι έτσι αποτελούσε συνήθεια να φοβίζουν τα
μικρά παιδιά, προκειμένου αυτά να κάθονται ήσυχα. Για το λόγο αυτό, δεν έλειπαν
οι κακές μάγισσες, οι πονηρές γυναίκες, μερικές από αυτές ήταν και η Μορμολύκη
ή Μορμώ, η Έμπουσα, η Λάμια, η Γοργώ, οι οποίες εκτελούσαν χρέη μαγισσών για τα
παιδιά της αρχαίας Αθήνας. Πέραν όμως όλων αυτών των αποσπασματικών μορφών, οι
πιο γνωστοί μύθοι, ακόμα και για εκείνη την εποχή, ήταν οι γνωστοί ακόμα και
σήμερα μύθοι του Αισώπου, ενός δύσμορφου, Θρακιώτη, ο οποίος έζησε στη Σάμο τον
6ο π.Χ. αιώνα, ο οποίος αντλούσε τις ιστορίες του από τη φύση, μιας
κι οι περισσότεροι πρωταγωνιστές του είναι ζώα προικισμένα με ανθρώπινες
ιδιότητες, ανθρώπινη λαλιά, αντίληψη και συμπεριφορά. Κοινό όλων αυτών των
μύθων ήταν ότι κατέληγαν σε μια διδαχή.
Ο Αίσωπος, λοιπόν, είναι ο μοναδικός μυθοποιός της
αρχαιότητας, ο οποίος έφτασε μέχρι τις μέρες μας, δεν ήταν, όμως και ο
μοναδικός. Στα «Έργα και Ημέραι» του Ησιόδου απαντούν πολλοί μύθοι, οι οποίοι
αποδίδονται στον Αίσωπο, όπως «Το γεράκι κι η αηδόνα», «Η αλεπού και ο αητός»,
«Η αλεπού και ο πίθηκος». Αρκετούς μύθους συναντούμε επίσης και στην ποίηση του
Αρχίλοχου, οι οποίοι κι αυτοί αποδόθηκαν στον Αίσωπο. Έτσι, αυτό που μπορεί να
ειπωθεί με κάποια σιγουριά είναι ότι στην Αθήνα τον 5ο αιώνα π.Χ.
κυκλοφορούσε ένα απάνθισμα μύθων του Αισώπου σε γραπτή μορφή με πλατιά απήχηση.
Μάλιστα, τέτοια ήταν η απήχηση του Αισώπου, που μέχρι και ο Σωκράτης τον
χρησιμοποιούσε με πολλούς και ποικίλους τρόπους στη δική του μέθοδο
διδασκαλίας. Τον 3ο αιώνα π.Χ. ο Δημήτριος ο Φαληρέας συνέθεσε μια
αρκετά πλήρη μορφή των μύθων του Αισώπου, τόσο για τα παιδιά που πήγαιναν
σχολείο, όσο και για όσους επιθυμούσαν να εκπαιδευτούν ως ρήτορες. Μάλιστα,
εξαιτίας αυτής της περίοπτης θέσης των μύθων στο εκπαιδευτικό σύστημα της
ελληνιστικής εποχής πολλοί ήταν αυτοί που μιμήθηκαν τον Αίσωπο όπως ο Βάβριος,
ο οποίος έδωσε στους μύθους του Αισώπου μια πιο ποιητική έκφραση, έργο γνωστό
ως «Μυθίαμβοι Αισώπειοι». Ο Φαίδρος τον 10 αιώνα π.Χ. μετέγραψε τους Αισώπειους
μύθους στα λατινικά.
Δημιούργημα της ελληνιστικής εποχής, το οποίο
αποδίδεται στον Όμηρο, είναι η «Βατραχομυομαχία», η οποία αποτελεί μια
λογοτεχνική παρωδία επικής μάχης, καθώς περιέχει ευτράπελα επεισόδια μαχών
μεταξύ βατράχων και ποντικιών. Το έργο αυτό είναι γνωστό για την ιδιαίτερη
χρήση περίεργων κωμικών ονομάτων, όπως Φουσκομάγουλος, Ψιχουλάρπαγος, κάνοντάς
το για αυτό το λόγο ιδιαίτερα αγαπητό στα παιδιά της εποχής. Τόσο οι μύθοι του
Αισώπου, όσο και η Βατραχομυομαχία αποτέλεσαν σταθερή αξία ακόμα και κατά τον
Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Η Βατραχομυομαχία ήταν και το πρώτο αρχαιοελληνικό
κείμενο, το οποίο τυπώθηκε στη Βενετία το 1486. Τότε τα παιδιά εξακολουθούσαν
να διαβάζουν παροιμίες, γνωμικά, γρίφους και τραγούδια, τα οποία εμπεριείχαν
και πατριωτικά άσματα. Ο Αριστοφάνης (Νεφάλαι στ. 961-968) αναφέρει ότι τα
παιδιά στην Αθήνα μάθαιναν από μουσικοδιδάσκαλο τα πατροπαράδοτα τραγούδια και
σε διάφορες γιορτές είχαν την ευκαιρία να απαγγέλουν στίχους μπροστά στο
ακροατήριο όπως γίνεται μέχρι σήμερα.
Περνώντας στη σημερινή εποχή, και μετά την ανακάλυψη
του παιδιού(!) τόσο ως φυσική οντότητα, όσο και ως διαφορετική προσωπικότητα,
το παιδικό βιβλίο γεννήθηκε αρχικά για να καλύψει τις αναγνωστικές ανάγκες και
την ψυχαγωγία τους. Αξίζει να αναφερθεί ότι η παιδική λογοτεχνία αυτονομήθηκε
τον 19ο αιώνα μετά Χριστόν, όταν πια το παιδί είχε καθιερωθεί ως
αυτόνομη προσωπικότητα. Όταν, δηλαδή, ανακαλύφθηκε ότι υπάρχουν και κάποιοι
μικροί σε μπόι αλλά όχι σε δεξιότητες ή ικανότητες άνθρωποι, οι οποίοι έχουν
δικαιώματα κι ένα από αυτά είναι να έχουν τα κατάλληλα για την ηλικία τους
αναγνώσματα. Μάλιστα, ως παιδικά βιβλία, εκείνη την εποχή θεωρούνταν και τα
σχολικά εγχειρίδια, τα οποία φυσικά δεν μπορούν να θεωρηθούν παιδική
λογοτεχνία. Στο σημείο αυτό, λοιπόν, θα πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός για το
τι θεωρείται, τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα και μετά, παιδική και
νεανική λογοτεχνία. Σύμφωνα με την Γαλλίδα ιστορικό παιδικής λογοτεχνίας Denise Esarpit «η
έννοια παιδική και νεανική λογοτεχνία είναι εξαιρετικά ασαφής. Κι αυτό
οφείλεται στην ασάφεια που χαρακτηρίζει τη στάση του ενήλικου απέναντι στο
παιδί, αλλά εν μέρει και με τις αμέτρητες ασάφειες που εμπεριέχει η ίδια η
κατάσταση της παιδική και νεανικής λογοτεχνίας». Με άλλα λόγια, όταν
ανακαλυφθεί ο ορισμός για το τι είναι παιδί, για να το πούμε και πιο απλοϊκά,
τότε θα μπορέσουμε και να στοιχειοθετήσουμε την έννοια της παιδικής και
νεανικής λογοτεχνίας. Προς το παρόν, τα παιδικά βιβλία μπορούμε να τα
διακρίνουμε σε τρεις κατηγορίες: α) στα σχολικά, β) τα αμιγώς λογοτεχνικά και
γ) τα βιβλία γνώσεων., τα οποία είναι βιβλία επιστημονικού χαρακτήρα γραμμένα
σε απλά λόγια με λογοτεχνικό ύφος.
Με τα σχολικά βιβλία δεν θα ασχοληθούμε και πολύ
γιατί όλοι μας έχουμε πιάσει σχολικά βιβλία στα χέρια μας, είτε ως μαθητές είτε
ως γονείς, είτε ως εκπαιδευτικοί. Ούτε θα κάνουμε κριτική πάνω στα σχολικά
βιβλία, στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουν την ύλη στον μαθητή, πως θα
μπορούσαν να την παρουσιάσουν αν δεν την παρουσίαζαν έτσι όπως την
παρουσιάζουν. Αυτό που έχω να πω είναι ότι κάθε πέρσι και καλύτερα. Τα σχολικά
βιβλία της δικής μου εποχής, και μιλάμε για την εποχή που πρωτοπήγα Δημοτικό,
περί το 1978, ήταν ασυγκρίτως καλύτερα, πιο μελετημένα και πιο παιδαγωγικά από
τα τωρινά, τα οποία βρίθουν λαθών, παροραμάτων, ασαφειών, ιστορικών αναληθειών,
και δεν αναφέρομαι μόνο στα βιβλία της Ιστορίας, τα οποία έχουν κατά καιρούς
απασχολήσει όλους μας, αλλά αναφέρομαι και σε άλλα βιβλία, όπως είναι της
Γλώσσας, των Θρησκευτικών, των Μαθηματικών, της Φυσικής … είναι, δυστυχώς, πολύ
μακρύς ο κατάλογος. Αφήνω τη συζήτηση περί των σχολικών βιβλίων στους …
ειδήμονες, εγώ ως μάνα αυτό που έχω να πω είναι ότι με τα σχολικά βιβλία βάζω
τα παιδιά μου να ασχολούνται μόνο όσο είναι απαραίτητο, το περισσότερο τα
βλάπτει, παρ’ όλο που δεν υπάρχει καν η απαραίτητη προειδοποίηση, όπως στα
τσιγάρα. Όλη η δουλειά γίνεται με δικό μου προσωπικό υλικό, και με βιβλία από
το εμπόριο, τα οποία στοιχίζουν πολύ πιο ακριβά, αλλά είναι κατά τι καλύτερα.
Για τα λογοτεχνικά βιβλία αυτό που έχω να πω είναι
ότι στις μέρες μας τα παιδιά μας είναι και τυχερά αλλά και άτυχα. Τι εννοώ;
Στις μέρες μου, Πέμπτη δημοτικού είχα διαβάσει όλο τον Ιούλιο Βερν, όλη την
Πηνελόπη Δέλτα, τη Ζώρζ Σαρρή, Λουντέμη, Καρκαβίτσα, κι άλλους Έλληνες αλλά και
ξένους λογοτέχνες. Στις μέρες μας τα παιδιά αυτής της ηλικίας γνωρίζουν τον
Ιούλιο Βέρν από διασκευές, χωρίς να καταλαβαίνω το λόγο. Μάλιστα, αγόρασα μια
τέτοια διασκευή του Ιούλιο Βέρν, την οποία έδωσα στη μεγάλη μου κόρη να
διαβάσει και στο τέλος μου είπε ρε μαμά μην μου ξαναδώσεις να διαβάσω αυτόν τον
συγγραφέα, δεν καταλαβαίνω τι λέει. Όταν, λοιπόν, το καλοκαίρι, της έδωσα να
διαβάσει το κανονικό κείμενο από τις 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα,
ξετρελάθηκε και μέσα σε ένα καλοκαίρι διάβασε όλα τα βιβλία του Ιούλιου Βέρν,
στην κανονική τους έκδοση, και μιλάμε για ένα παιδί που δεν είναι και ο
μεγαλύτερος βιβλιοφάγος. Κι αναρωτιέμαι λοιπόν γιατί θα πρέπει τα παιδιά μας να
έρχονται σε επαφή με διασκευές οι οποίες πετσοκόβουν ως χειρότεροι εγκληματίες
την ομορφιά ενός αυθεντικού κειμένου και να μην έρχονται σε απευθείας επαφή με
το αυθεντικό λογοτεχνικό κείμενο; Δεν ξέρω, καλές ίσως και οι διασκευές και
μπορώ να μπω στο μυαλό τους, αλλά θεωρώ ότι αντί να προσκαλούν τα παιδιά να
διαβάσουν το αυθεντικό κείμενο τα απομακρύνουν από αυτό και αυτό είναι πάρα
πολύ άσχημο.
Τώρα, ερχόμαστε στα περίφημα βιβλία γνώσεων, τα
οποία είναι «παιδιά» της νεότερης λογοτεχνικής παιδικής παραγωγής. Ο Ρώσος
θεωρητικός Vissarion Biellinski αναφέρει: «η θεματική που προορίζεται για τα παιδιά
μπορεί να είναι η ίδια με τη θεματική για τους μεγάλους, μόνο που η έκθεσή της θα
πρέπει να προσαρμόζεται στα επίπεδα κατανόησής τους.». Όμως, πολλοί είναι
αυτοί που διατείνονται – και συμφωνώ κι εγώ μαζί τους – ότι η παιδική ηλικία
έχει τον δικό της τρόπο να ενεργεί, να σκέφτεται, βλέπει και να αντιλαμβάνεται
τα πράγματα, να αισθάνεται. Το παιδικό μυαλό μπορεί να χωνέψει τροφή πιο λεπτή
και πιο βαθιά από αυτή που συνηθίζουμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας. Οι
διαφορές μεταξύ των λογοτεχνικών βιβλίων και των βιβλίων γνώσεων είναι ότι τα
τελευταία παρουσιάζουν μια σειρά δεδομένων, γεγονότων, φαινομένων, τα οποία το
παιδί δύναται να ανακαλύψει φυσικές και κοινωνικές έννοιες του κόσμου. Από την
άλλη, τα λογοτεχνικά βιβλία διαβάζονται προς τέρψη του μικρού αναγνώστη,
συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην κοινωνική ανάπτυξη, τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς,
τις γνώσεις για τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων, εντρυφούν στις ανθρώπινες
σχέσεις, προωθούν ιστορικές και κοινωνικές γνώσεις.
Η ιστορία των παιδικών βιβλίων γνώσεων ξεκινά με
μεταφράσεις διδακτικών εγχειριδίων. Τα σχετικά βιβλία του 19ου αιώνα
αναφέρονται σε θέματα γεωγραφίας και ιστορίας (φυσικής ιστορίας, κοσμικής
ιστορίας και ιερής ιστορίας). Τα βιβλία αυτά γράφθηκαν για να καλύψουν τα
παιδαγωγικά προγράμματα των σχολείων και όχι για να διαβάζονται στον ελεύθερο
χρόνο των παιδιών. Σήμερα, τα βιβλία γνώσεων γνωρίζουν μεγάλη άνθιση εξαιτίας
της συστηματικής ενασχόλησης των ειδικών με το είδος, της μεγάλης προβολής τους
από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κυρίως, μέσα από εξειδικευμένα έντυπα και
περιοδικά, μέσω προκηρύξεων διαγωνισμών για συγγραφή και βράβευση των
δημιουργών τους ή εξαιτίας της επαναφοράς τους στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Σήμερα, η θεματολογία έχει εξελιχθεί, κι έτσι
διαθέτουμε βιβλία γνώσεων για παιδιά σχετικά με τη μόλυνση του περιβάλλοντος,
τις διεθνείς σχέσεις, την ατομική ενέργεια, τα ναρκωτικά, τον αλκοολισμό, το
βιασμό, τη βία, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, την ενδοσχολική βία κ.α. Αυτή η
εξέλιξη των βιβλίων γνώσεων έρχεται ως συνέπεια της εξέλιξης του ίδιου του
παιδιού καθώς το παιδί σήμερα είναι σε θέση να εκτιμήσει και να αντιληφθεί την
πολυπλοκότητα των επιστημονικών θεμάτων αρκεί να παρουσιάζονται με κατάλληλο
τρόπο. Για να πω την αλήθεια, η γνώμη μου για τα παιδικά βιβλία γνώσεων είναι
περίεργη, μιας και υπάρχουν παιδικά βιβλία γνώσεων, τα οποία προκαλούν το παιδί
να διαβάσει και κάτι παραπάνω, ή το προκαλούν αργότερα να διαβάσει ένα κανονικό
βιβλίο γνώσεων. Υπάρχουν όμως και βιβλία γνώσεων τα οποία κάθε άλλο παρά γνώση
μεταδίδουν στο παιδί, δημιουργούν πολλές μη δημιουργικές απορίες σε αυτά, και
εν τέλει περισσότερο μπερδεύουν παρά ξεμπερδεύουν τη γνώση.
Αυτό που έχω να πω στους γονείς κυρίως, είναι να μην
βιάζονται να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Τι εννοώ; Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί θα
πρέπει κάποιο παιδί να είναι γνώστης ενός ηλεκτρικού κυκλώματος, από τη στιγμή
που ο ηλεκτρισμός αποτελεί το νούμερο ένα κίνδυνο ατυχημάτων στο σπίτι. Ή να πω
και το άλλο, υπάρχει περίπτωση επειδή το παιδί μας έχει διαβάσει ένα βιβλίο
γνώσεων για τον ηλεκτρισμό να το βάλουμε να αλλάξει μια καμένη λάμπα στο σπίτι;
ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ!!! Αυτό που θέλω να πω είναι ότι εμείς οι γονείς καμαρώνουμε όταν το
παιδί μας έχει γνώσεις για μεγαλύτερο άνθρωπο, νομίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο
το δικό μας το παιδί είναι το πιο έξυπνο παιδί στον κόσμο, ενώ ένα άλλο παιδάκι
που παίζει χωρίς να έχει πιάσει στα χέρια του ένα ανάλογο βιβλίο γνώσεων το
θεωρούμαι «καθυστερημένο»! Αυτό εγώ το θεωρώ απαράδεκτο και ως μάνα αλλά και ως (άνεργη, παρά τις επιτυχημένες εξετάσεις στο ΑΣΕΠ) εκπαιδευτικό.
Αυτό που προτιμώ εγώ να κάνω είναι να διαβάζουν τα
παιδιά μου καλά κλασικά παιδικά λογοτεχνικά βιβλία (στην κανονική τους έκδοση
κι όχι από διασκευή, μιας κι αποφεύγω τις διασκευές όσο βραβευμένες κι αν είναι
όπως ο διάολος το λιβάνι), γιατί κι από αυτά - ας μου επιτραπεί η έκφραση «έχει
βρωμίσει ο τόπος» - εξαιτίας της ταχύτητας με την οποία βγαίνουν τα παιδικά
λογοτεχνικά βιβλία αλλά και το υπόγειο μάρκετινγκ που γίνεται με τη βιομηχανία
των βραβευμένων παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων, που μοναδικό σκοπό έχουν να
προσελκύσουν τον γονιό – αγοραστή. Αν θέλετε δεν έχετε παρά να κάνετε ένα μικρό
τεστάκι μόνοι σας: αγοράστε ένα – το πιο φθηνό, δεν είναι ανάγκη να
καταξοδευτείτε – βραβευμένο παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο, διαβάστε το και μετά
δώστε το να το διαβάσει το παιδί σας και μετά αφού το έχετε διαβάσει κι οι δύο
καθίστε να το συζητήσετε. Θα δείτε ότι αυτά που δεν άρεσαν σε εσάς – και πιστέψτε
με είναι πάρα πολλά – δεν άρεσαν και στο παιδί σας. Μετά πηγαίνετε πάλι στο
ίδιο βιβλιοπωλείο και βάλτε το παιδί σας να διαλέξει ένα βιβλίο, όποιο του
αρέσει κι όσο κάνει, θα παρατηρήσετε ότι δεν ενδιαφέρεται – το παιδί σας, εννοώ
– αν το βιβλίο που θα αγοράσει είναι βραβευμένο, απλά θα το αγοράσει για κάποιο
δικό του μοναδικό λόγο. Βάλτε το παιδί σας να διαβάσει πρώτο το βιβλίο που
επέλεξε και μετά διαβάστε το εσείς, συζητήστε το κι αυτό, και στο τέλος κάντε
έναν διαγωνισμό ποιο από τα δύο βιβλία (το βραβευμένο που διαλέξατε εσείς και
το μη βραβευμένο που διάλεξε το παιδί σας) αξίζει να πάρει βραβείο και γιατί.
Δυστυχώς, θα δείτε ότι και οι δύο θα καταλήξετε να δώσετε το δικό σας βραβείο
στο μη βραβευμένο βιβλίο, για τους ίδιους λόγους που δεν το έδωσαν κάποιοι
άλλοι. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, γιατί βάζουν με μεγάλα γράμματα κάτω από τους
τίτλους ποιο βιβλίο βραβεύτηκε και ποιο όχι.
Και τώρα έρχομαι σε ένα άλλο μεγάλο θέμα του
παιδικού βιβλίου. Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του αφιερώματός μας, το οξύμωρο
του παιδικού βιβλίου ή του βιβλίου για παιδιά, όροι ταυτόσημοι, είναι ότι ενώ
πρόκειται για ένα ανάγνωσμα το οποίο στρέφεται στο μικρό αναγνωστικό κοινό,
εντούτοις το κοινό αυτό δεν συμμετέχει σε κανένα τμήμα της παραγωγικής
διαδικασίας ενός παιδικού βιβλίου, καθώς μεγάλοι είναι οι συγγραφείς ενός
παιδικού βιβλίου, μεγάλοι είναι αυτοί που εγκρίνουν ή όχι ποιο βιβλίο θα
εκδοθεί, μεγάλοι είναι όσοι ασχολούνται με την εικονογράφηση του παιδικού
βιβλίου, μεγάλοι είναι όσοι διαφημίζουν ένα παιδικό βιβλίο, μεγάλοι πωλούν
παιδικά βιβλία και, τέλος, μεγάλοι θα είναι αυτοί που θα προτείνουν σε ένα
παιδί ποιο παιδικό βιβλίο θα διαβάσει, ποιο βιβλίο θεωρούν αυτοί ότι είναι
κατάλληλο για να διαβάσει ο βασικός πρωταγωνιστής του παιδικού βιβλίου, που δεν
είναι άλλος από τον μικρό αναγνώστη αυτού.
Επίσης, με τα παιδικά βιβλία ασχολούνται οι
παιδαγωγοί, οι παιδοψυχολόγοι, οι βιβλιοθηκάριοι, οι μελετητές συμπεριφορών των
παιδιών, οι κοινωνιολόγοι, οι ειδικοί παιδαγωγοί, κι όχι μόνο αυτοί, αλλά κι
άλλοι τόσοι, εκτός από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, δηλαδή τα παιδιά.
Έτσι, γεννάται μια σειρά ερωτημάτων, όπως επί παραδείγματι: Πόσο παιδικά,
λοιπόν, είναι τα βιβλία τα οποία κυκλοφορούν ως παιδικά, πόσο παιδική είναι η
παιδική λογοτεχνία, και εν τέλει πόσα παιδιά επιλέγουν μόνα τους ποιο παιδικό
βιβλίο θα διαβάσουν; Και, δηλαδή, θα μου πείτε θα βάλουμε τα παιδιά εκτός από
τις εξωσχολικές τους δραστηριότητες να εργάζονται στους εκδοτικούς οίκους
επιλέγοντας ποια βιβλία πρέπει να εκδοθούν, ποια να βραβευτούν ή να τα βάλουμε
να εικονογραφούν τα παιδικά βιβλία.
Όχι ακριβώς έτσι, αλλά τουλάχιστον τη γνώμη ενός
μικρού αναγνώστη πριν την έκδοση ενός παιδικού βιβλίου εγώ θα ήθελα πάρα πολύ
να την ακούσω. Ίσως, θα ήταν προτιμότερο πριν αποφασίσει κάποιος μεγάλος για
την έκδοση ενός παιδικού βιβλίου, να υπήρχε η δυνατότητα να σταλεί κάποιος
αριθμός δειγμάτων αυτού του προς έκδοση βιβλίου σε κάποιο σχολείο, χωρίς
εικονογράφηση, αν είναι για εικονογράφηση το βιβλίο, να διαβάσουν το κείμενο
ξερό όπως το δίνει ο συγγραφέας στον εκδότη κι από εκεί και πέρα να ακούσουμε
τα ίδια τα παιδιά τι έχουν να πουν επί του κειμένου, αλλά και τις προτάσεις
τους επί της εικονογράφησης. Νομίζω τότε θα είχαμε πραγματοποιήσει σε όλο της
το μεγαλείο την έννοια του παιδικού βιβλίου. Και για να είμαστε πιο σωστοί τα
βραβεία, αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να τα δίνουν οι ίδιοι οι μικροί αναγνώστες
και όχι οι μεγάλοι, όποιοι κι αν είναι αυτοί (συγγραφείς, εκδοτικοί οίκοι,
συμφέροντα). Γι’ αυτό για να εορταστεί η σημερινή μέρα όπως της αρμόζει, και
για να κάνουμε μια αρχή όσον αφορά το παιδικό βιβλίο, ας αφήνουμε τουλάχιστον
τα παιδιά μας να επιλέγουν τα βιβλία που τους αρέσουν, δείχνοντας εμπιστοσύνη
στις επιλογές τους, οι οποίες πιστέψτε με θα σας αφήσουν άναυδους. Γιορτάστε,
λοιπόν, τη σημερινή μέρα με μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία παρέα με τα παιδάκια σας
κι αφήστε τα ελεύθερα να επιλέξουν ό,τι θέλουν αυτά να διαβάσουν, γιατί είπαμε:
σήμερα γιορτάζουν και τα βιβλία αλλά και οι μικροί αναγνώστες τους!
Καλή σας ανάγνωση μικροί αναγνώστες μας!



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου