Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

"Η Δεσποινίδα Ζήλια" - 15ο κεφάλαιο

… και αφού περάσαμε όλα τα μαγικά φουσκωτά κάστρα, τα μαγικά φουσκωτά πειρατικά καράβια, τις θεόρατες στριφογυριστές τσουλήθρες, από τις οποίες ακόμα περίμενα να κατέβουν ο Λουκάς με τον Γιάννη, αλλά άκουγα τις φωνές τους να ηχούν χαρούμενες σε κάθε στροφή που έφερναν, αφού περάσαμε όλα τα τραπέζια με ό,τι μπορείς να φανταστείς πάνω τους, έπεσε το μάτι μου πάνω σε κάτι παιδιά, στην ηλικία μας, τα οποία έλαμπαν κι αυτά αλλά με ένα περίεργο πρασινωπό τρόπο.
            Καθώς πλησίαζα ξεκαθάρισε ακόμα περισσότερο η εικόνα τους, και ναι, το πράσινο παρέμενε γύρω τους, προερχόμενο κυρίως από τα μαλλιά τους, τα οποία ήταν … πράσινα. Πρώτη μου φορά έβλεπα ανθρώπους με πράσινα μαλλιά. Θα πρέπει να ήταν οικογενειακό τους, γιατί και τα παιδιά αλλά και οι γονείς τους είχαν πράσινα μαλλιά. Όπως όλοι εμείς οι άνθρωποι έχουμε καστανά, μαύρα, ξανθά ή κόκκινα μαλλιά, αυτοί είχαν πράσινα μαλλιά, τα οποία ήταν φρεσκολουσμένα, καλοχτενισμένα και λαμπερά. Ναι, τώρα είμαι σίγουρος ότι αυτή η πρασινίλα προερχόταν από τα μαλλιά τους. Όταν ρώτησα τον Ανδρέα αν βλέπει κάτι περίεργο στα μαλλιά τους, μου απάντησε: «Εντάξει, μωρέ πως κάνεις έτσι, έχουν λίγο πράσινο στα μαλλιά τους, άλλοι δεν έχουν καθόλου μαλλιά. Μου φαίνεται Γιώργο ότι είσαι λιγάκι περίεργος.». Εγώ είμαι περίεργος, αυτοί με τα πράσινα μαλλιά είναι φυσιολογικοί, αλλά τι να πει κανείς στο όνειρό του. Όνειρο είναι, ό,τι θέλεις βλέπεις.
            Αλλά δεν ήταν μόνο τα μαλλιά που μου έκαναν εντύπωση. Εντυπωσιάστηκα κι από το γενικότερο σουλούπι τους, το οποίο κι αυτό για το πλαίσιο του ονείρου μου ήταν απολύτως φυσιολογικό, όπως και για τον Ανδρέα, που του είναι όλα φυσιολογικά και εκτός ονείρου. Ο μπαμπάς τους ήταν πολύ ψηλός, με πράσινα κοντοκουρεμένα μαλλιά – μην ξεχνιόμαστε – ξερακιανός. Φορούσε ένα γκριζοπράσινο κουστούμι, που σαν χρώμα σε παρέπεμπε σε κάτι βρώμικο, αλλά αν πήγαινες από κοντά ο άνθρωπος άστραφτε με έναν μοναδικό τρόπο.  Η μητέρα των παιδιών φορούσε ένα ωραίο γκριζοπράσινο αστραφτερό φόρεμα, κι είχε τα πράσινα μαλλιά της χτενισμένα σε κοτσίδα από τη μια μεριά. Και τα παιδιά ήταν κι αυτά ντυμένα με παρόμοιο τρόπο. Το κορίτσι φορούσε ένα σκούρο γκριζοπράσινο κοντό φόρεμα και στα πράσινα καλοχτενισμένα μαλλιά της είχε γκρίζα κοκκαλάκια. Το αγόρι ήταν κι αυτό ντυμένο με γκριζοπράσινο παντελόνι και μπλούζα και τα πράσινα μαλλιά του ήταν γεμάτα με τόσο πολύ ζελέ που λαμπύριζαν κάτω από τον ήλιο.
Πέραν των πράσινων μαλλιών τους εντύπωση μου έκαναν τα γκριζοπράσινα ρούχα τους, τα οποία φόραγαν οικογενειακώς σε διάφορες παραλλαγές. Όπως σας είπα εμάς η μαμά μας απεχθανόταν και απεχθάνεται να μας ντύνει όμοια, ούτε σε χρώματα αλλά και σε στυλ. Αυτοί πάλι ήταν ντυμένοι σχεδόν στα ίδια χρώματα, με διαφορετικό στυλ ο καθένας, αλλά το πράσινο ανέβλυζε από μέσα τους. Για να σας δώσω να καταλάβετε πως είναι μπλε τα στρουμφάκια, έτσι αυτοί οι τέσσερις ήταν πράσινοι, από την κορφή μέχρι τα νύχια. Ειδικά τα παπούτσια τους σαν να ήταν συνέχεια του γρασιδιού. Αλλά δεν ήταν το χρώμα των ρούχων τους που μου έκανε εντύπωση, και το χρώμα των μαλλιών τους φυσικά, όσο το χρώμα των ματιών τους, το οποίο ήταν τόσο γκρίζο, μα τόσο γκρίζο, σαν τα σύννεφα του ουρανού, όταν ετοιμάζονται για μεγάλη καταιγίδα. Μια γκριζομαυρίλα ήταν τα μάτια τους σαν να μην ήταν αυτού του κόσμου. Καλά εντάξει κάτι σας είπα τώρα, αφού είμαστε στο όνειρό μου, αλλά όπως και να το κάνουμε το περίεργο είναι περίεργο ακόμα και στο όνειρο, και μάλιστα όταν το όνειρο το βλέπω εγώ που δεν έχω την ψυχεδέλεια του Ανδρέα. Τέλος πάντων, οφείλω να ομολογήσω ότι ακόμα και για το όνειρό μου τόσο γκρίζα μάτια δεν νομίζω να είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου και μιλάμε για δέκα ολόκληρα χρόνια, μην ξεχνιόμαστε! Σίγουρα όταν θα σηκωνόμουν το πρωί, με τόση γκριζίλα και μαυρίλα και πρασινίλα ό,τι καιρό κι αν έκανε δεν θα μου έκανε εντύπωση.
Όση ώρα προσπαθούσε ο Ανδρέας με συστήσει και καθόμουν και τους παρατηρούσα τόσο με έπιανε ένα σύγκρυο. Η θωριά τους ήταν ψυχρή, παρ’ όλο που χαμογελούσαν συνεχώς. Το προφίλ τους ήταν άσχημο, παρ’ όλο που αν τους έβλεπες ανφάς νόμιζες ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια οικογένεια θεών. Για τόση ομορφιά μιλάμε στο ανφάς, αλλά το προφίλ άστο καλύτερα. Εκτός από ασχήμια εξωτερική μου έβγαζε και ασχήμια εσωτερική ή πώς να τη χαρακτηρίσω αλλιώς. Δεν με τρόμαζε η όψη τους, με τρόμαζε γενικότερα η παρουσία τους. Είχαν κάτι το εξωπραγματικό, το έξω από το δικό μας κόσμο, κάτι το διαφορετικό και απροσδιόριστο. Όμως αυτά μάλλον τα έβλεπα μόνο εγώ, γιατί όλοι οι υπόλοιποι σε αυτό το κατά τα άλλα υπερβολικά μαγευτικό παιδικό πάρτυ ήταν μαγεμένοι.
Όταν τελικά κατάφερα να απαγκιστρωθώ από τα χέρια του Ανδρέα που με το ζόρι προσπαθούσε με τις ώρες να με συστήσει στην οικογένεια … Πρασινίδου τα αφτιά μου έπιαναν από παντού θετικά σχόλια. Τι όμορφη οικογένεια, τι ευγενική, τι εξυπηρετική, τι ωραίο και πρωτότυπο παιδικό πάρτυ, τι καλοσύνη τους να μας καλέσουν όλους στη γειτονιά για να γνωριστούμε καλύτερα, κι άλλα τέτοια τα οποία για τους μεγάλους δείχνουν ανωτερότητα, καλλιέργεια, μόρφωση, επίπεδο. Εμένα πάλι, επειδή μάλλον, ήμουν ο μοναδικός που τους έβλεπα ολίγον τι … πιο πράσινους από ό,τι οι άλλοι, σημειωτέον δεν άκουσα από κανέναν από τους παρευρισκόμενους να σχολιάζουν το χρώμα των μαλλιών τους, ή των ματιών τους ή τα ρούχα τους, από το ένα αφτί έμπαιναν κι από το άλλο έβγαιναν.

Τελικά, μετά από κάμποση ώρα που περιδιάβαινα στο πρασινωπό αυτό παιδικό πάρτυ, χωρίς να καταφέρω να εντοπίσω τον Ανδρέα, το Λουκά, ή το Γιάννη, ή κάποιον από τους συμμαθητές μου, ή τους γονείς μου, ή τους γονείς των φίλων μου αποφάσισα να φύγω ήσυχα και έτσι απλά ξύπνησα από … την έφοδο του Ανδρέα στο δωμάτιό μου, ο οποίος μπήκε φουριόζος, για να μου υπενθυμίσει ότι ήρθε η πολυπόθητη Δευτέρα (άλλες Δευτέρες προσπαθούμε να τον ξυπνήσουμε όλοι μαζί αλλά αυτός γίνεται ένα με το στρώμα, ακόμα και τις ημέρες που πάμε εκδρομή τα ίδια κάνει) … καταλαβαίνετε άραγε το λόγο, ε; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου