Όλη η ατμόσφαιρα του ονείρου μου ήταν
λαμπερή, εκτός από την αύρα μέσα στην οποία περικλειόταν η οικογένεια …
Πρασινίδου, η οποία εκτός από πράσινη ήταν και λίγο γκρίζα, όπως ήδη ανέφερα,
αλλά αυτό δεν φαινόταν να ενοχλεί κανένα. Για να πω την αλήθεια, δεν ενοχλούσε
ούτε κι εμένα, απλώς θεωρώ ότι εγώ ήμουν, σε θέση να το επισημάνω, γιατί τόσο
εγώ όσοι κι όλοι οι άλλοι στο παιδικό πάρτυ του ονείρου μου αδιαφορούσαν. Κι
αυτό μου χτυπούσε κάπως άσχημα. Μικροί – μεγάλοι ενδιαφέρονταν μόνο να περάσουν
καλά και τα κατάφερναν.
Εμένα,
όμως, τα πάρτυ και γενικότερα όπου υπάρχει πολυκοσμία, όλο αυτό το πηγαινέλα,
οι φωνές, οι μαμάδες που είναι όλες μαζί από τη μια μεριά του πάρτυ και
συζητάνε, κι οι μπαμπάδες στην ακριβώς αντίθετη πλευρά, συζητάνε κι αυτοί για
τελείως διαφορετικά πράγματα από ότι συζητάνε οι μαμάδες με τρελαίνουν. Αλλά και
με εμπνέουν δημιουργικά. Όχι να το παινευτώ, αλλά μου αρέσει να ζωγραφίζω
λιγάκι, για την ακρίβεια μου αρέσει να σκιτσάρω και μετά αφού περάσει καιρός
μου αρέσει να χρωματίζω τα σκίτσα μου. Δεν μου αρέσει να σκιτσάρω και αμέσως
μετά να τα ζωγραφίζω, ακόμα και με το μαύρο πενάκι. Πιάνει το χέρι μου αρκετά,
έτσι μέσα στον κακό χαμό του πάρτυ βρήκα ένα στρατηγικό σημείο και αφού
βολεύτηκα έβγαλα το τετραδιάκι μου και το μολύβι μου και ξεκίνησα να σκιτσάρω
τόσο τους γνωστούς όσο και τους αγνώστους. Θα πρέπει να είχα σκιτσάρει τέσσερα
πέντε φύλλα. Τι είχα σκιτσάρει; Το μαγικό κάστρο και το πειρατικό καράβι, την
οικογένεια Πρασινίδου, τον Λουκά και τον Γιάννη να κατεβαίνουν από τη φιδίσια
τσουλήθρα, όταν ένα ουρλιαχτό αντήχησε μέσα στο δεξί μου αφτί …
-
Ξύπνα, υπναρά, ξημέρωσε, είναι Δευτέρα,
πάμε σχολείο, ξύπνα επιτέλους. Καλά καταλάβατε, δεν ήταν η μαμά μου, αλλά ο
Ανδρέας!!!
-
Τι ώρα είναι; κατάφερα να ψελίσσω.
-
Είναι μόνο πεντέμισι το πρωί. Σήκω, πρέπει
να πάμε στο σχολείο. Ήμαρτον Θεέ μου αυτό το παιδί δεν πρέπει να έκλεισε μάτι
όλη νύχτα.
-
Ανδρέα, γιατί πρέπει να πάμε σχολείο, από
τις πεντέμισι το πρωί. Νομίζω ότι το κουδούνι χτυπάει στις 8 και τέταρτο. Τι σε
έπιασε Δευτεριάτικα;
-
Δεν θέλω να αργήσω σήμερα στο σχολείο και
πρέπει να βιαστούμε γιατί έχουμε να περάσουμε κι από το σπίτι του Λουκά και του
Γιάννη, γι’ αυτό σου λεώ βιάσου …
-
Αν πας και χτυπήσεις το κουδούνι του Λουκά
και του Γιάννη στις πεντέμισι το πρωί το πιο πιθανό είναι να σε στολίσουν με
διάφορα επίθετα και μάλιστα στα γαλλικά. Κάτσει λιγάκι να ξημερώσει, να πιούμε
το γάλα μας, η μαμά και ο μπαμπάς κοιμούνται ακόμα, κάτσε να πάει 8 παρά η ώρα
και θα πάμε και στο σχολείο. Για πες μου σε παρακαλώ, κοιμήθηκες καθόλου το
βράδυ;
-
Αν κοιμήθηκα, άρχισε το μπίρι – μπίρι ο
Ανδρέας, όχι μόνο κοιμήθηκα, αλλά είχα και τον πιο γλυκό ύπνο και είδα και το
πιο ωραίο όνειρο της ζωής μου, μουρμούρισε ο Ανδρέας.
-
Τι όνειρο είδες, που σε συνεπήρε τόσο πολύ;
Τον ρώτησα κι εγώ, γιατί είχα δει κι εγώ ένα όνειρο, που σίγουρα δεν το έλεγες
ούτε ωραίο, ούτε άσχημο, σίγουρα μπερδεψούρικο.
-
Σου λέω, δεν υπάρχει πιο ωραίο όνειρο,
συνέχισε ο Ανδρέας. Άκου … αφού είχα ξυπνήσει πια για τα καλά κι ο ύπνος μου
είχε πάει περίπατο, ο Ανδρέας στρογγυλοκαθόταν στο δωμάτιό μου, πήρα κι εγώ το
τετραδιάκι με τα σκίτσα μου, για να σκιτσάρω αυτά που είχα δει στο όνειρό μου,
όση ώρα ο Ανδρέας θα μου εξιστορούσε το δικό του όνειρο. Σίγουρα θα έχετε
ακούσει για τη στενή σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στα δίδυμα αδέλφια, έτσι
δεν είναι; Οπότε θα νομίζετε ότι ίσως είχαμε δει το ίδιο όνειρο; Καμιά σχέση,
τόσο για το στενό δεσμό όσο και το ίδιο όνειρο. Το όνειρο του Ανδρέα ήταν
τελείως διαφορετικό …
-
Καλά, μ’ έβγαλε από τις σκέψεις μου ο
Ανδρέας θα ακούσει το όνειρό μου ή θα ζωγραφίσεις πρωινιάτικα;
-
Και τα δύο, του είπα, εσύ θα μιλάς κι εγώ
δεν θα ζωγραφίζω αλλά θα σκιτσάρω, κάτι τελείως διαφορετικό, όπως σου έχω πει
άπειρες φορές, άντε λέγε είμαι όλος αφτιά!
-
Λοιπόν, όπως σου είπα ξεκίνησε ο Ανδρέας με
το πιο επίσημο ύφος του, ήταν το πιο φανταστικό όνειρο.
-
Αυτό μου το είπες, Ανδρέα, τι “φανταστικότητα”
του ονείρου περιμένω τα ακούσω …
-
Άντε τυχερούλη, ήσουν κι εσύ μέσα στο
όνειρό μου, και φυσικά και τα παιδιά, ξανάπε όλο ενθουσιασμό ο Ανδρέας.
-
Τιμή μας! Ποιος άλλος ήταν αυτός που έκανε
τόσο φανταστικό το όνειρό σου, γιατί δεν νομίζω να συμβάλλαμε εμείς οι
υπόλοιποι σε αυτό, αφού μας βλέπεις 24 ώρες το 24ωρο; ρώτησα, σκιτσάροντας
ταυτόχρονα και το μαγικό κάστρο.
-
Μα φυσικά ο καινούργιος μας συμμαθητής, ο
οποίος ήταν μόνο δικός μας φίλος και μόνο εμάς καλούσε στο σπίτι του να
παίξουμε.
-
Καλοσύνη του, είπα με λίγη ειρωνεία, την
οποία προσπέρασε ασχολίαστη ο Ανδρέας.
-
Ναι, δεν είναι φανταστικό! Μας κάλεσε στο
σπίτι του, μόνο εμάς, για να παίξουμε με τα παιχνίδια του. Ήταν τέλειο, ήταν
τέλειο! Μόνο εμάς, από όλη την τάξη μας, κι όλο το σχολείο είχε βγει στο προαύλιο
και μας κοίταγε με μισό μάτι, μας ζήλευε που εμείς θα πηγαίναμε να παίξουμε
μαζί του. Ήταν φοβερό, σου λέω, περνάγαμε μέσα από όλους τους μαθητές του
σχολείου και πηγαίναμε να παίξουμε … πώς πάνε οι άντρες στον πόλεμο και τους
επευφημούν όλοι και τους χειροκροτούν, έτσι ήμασταν κι εμείς. Σου λέω ήταν
ΤΕΛΕΙΟ!
-
Βρε Ανδρέα μου, είπα σταματώντας να
σκιτσάρω, καθώς είχα ήδη σκιτσάρει το μαγικό κάστρο και το πειρατικό καράβι, αν
ήταν συμμαθητής μας που σημαίνει ότι πάμε στην ίδια τάξη, ποιόν άλλον ήθελες να
καλέσει; Τρεις κι ο κούκος είμαστε. Όλα τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης μας είναι
κορίτσια, το ξέχασες;
-
Όχι, δεν το ξέχασα, αλλά στο όνειρό μου,
δεν είχαμε καθόλου κορίτσια στο σχολείο, κι η τάξη μας είχε μόνο αγόρια, και
από όλη την τάξη μας κι όλο το σχολείο είχε καλέσει μόνο εμάς. Αντιλαμβάνεσαι
νομίζω τον ανταγωνισμό; είπε ο Ανδρέας με πολύ σοβαρό ύφος. Και όταν πήγαμε
σπίτι του, είχε ένα τεράστιο δωμάτιο όλο δικό του με τόσα πολλά παιχνίδια, που
πίστεψέ με Γιώργο, τόσα πολλά παιχνίδια δεν έχουν όλα τα παιχνιδομάγαζα της
Ελλάδας. Και μάλιστα μας είπε ότι μπορούμε να πηγαίνουμε όποτε θέλουμε μετά το
σχολείο και να παίζουμε μαζί του. Μη μου πεις ότι δεν είδα το πιο ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ
όνειρο όλων των εποχών, ε; Έλα, Γιώργο θα πάμε μετά το σχολείο να παίξουμε μαζί
του, σε παρακαλώ, μην αρνηθείς, να είσαι ευγενικό παιδί όπως μας έχει πει η
μαμά, συνέχισε απτόητος ο Ανδρέας, έχοντας χάσει τελείως την αίσθηση του χώρου,
του χρόνου κι ό,τι άλλο θέλετε.
-
Ανδρέα, πρώτον δεν έχουμε πάει ακόμα
σχολείο, δεύτερον δεν ξέρουμε καν το καινούργιο γειτονόπουλο, δεν ξέρουμε να θα
έρθει στο δικό μας σχολείο, κι αν έρθει στο δικό μας σχολείο δεν ξέρουμε πόσο
χρονών είναι και τι τάξη και σε ποια τάξη θα πάει. Πώς λοιπόν θες από τώρα να
μην σου χαλάσω το χατίρι και μάλιστα να είμαι κι ευγενικός, όπως λέει η μαμά,
όταν καλά - καλά δεν το έχουμε γνωρίσει το καινούργιο παιδί, και μετά το
σχολείο να πάμε να παίξουμε στο σπίτι του.
-
Ναι, βρε παιδί μου, για μετά το σχολείο
μιλάω κι εγώ, συνέχισε στον κόσμο του ο Ανδρέας, ο οποίος ρίχνοντας μια ματιά
έξω από το παράθυρο είπε αναστενάζοντας «μα, τι έπαθε ο ήλιος σήμερα και δεν
λέει να ξημερώσει. Γιώργο, τι ώρα βγαίνει ο ήλιος το πρωί;»
-
Δεν ξέρω, όταν βγει ρώτησέ τον, και τώρα
που μου είπες αυτό το τέλειο όνειρο άσε με να κοιμηθώ λίγο ακόμα, του είπα
εξουθενωμένος. Στο μεταξύ είχα τελειώσει και με το σκιτσάρισμα της οικογένειας
Πρασινίδου. Το Λουκά και το Γιάννη θα τους σκιτσάριζα στο σχολείο σε κάποιο
διάλειμμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου